Στο παρελθόν, στην πλειονότητα των περιπτώσεων αποβολής δεν βρισκόταν κάποια συγκεκριμένη αιτία, αν και το 70% θεωρείτο ότι ήταν αποτέλεσμα χρωματοσωμικών ή γονιδιακών ανωμαλιών του εμβρύου. Την τελευταία 10ετία με την εξέλιξη των τεχνικών μοριακής γενετικής και την δυνατότητα εκτενούς ελέγχου του DNA, τα αίτια των αποβολών έχουν διερευνηθεί πιο διεξοδικά και ομαδοποιηθεί σε δύο βασικές κατηγορίες, όπως εξηγεί ο Δρ Γεώργιος Β. Ιωαννίδης, μαιευτήρας χειρουργός γυναικολόγος, επιστημονικός υπεύθυνος ΜΗΤΕΡΑ IVF:

Α) Χρωμοσωμικές ή γονιδιακές ανωμαλίες του εμβρύου,

Β) Τα αίτια που αφορούν στο όργανο «στόχος» δηλαδή στη μήτρα, όπου εμφυτεύεται και αναπτύσσεται το έμβρυο (ανατομικά, ορμονικά ή ανοσολογικά).

«Ο προγραμματισμός των εξετάσεων που πρέπει να υποβληθεί το ζευγάρι που έχει βιώσει μία ή περισσότερες αποβολές εξαρτάται από το αν υπάρχει απάντηση στην εξέταση του DNA του κυήματος που αποβλήθηκε (ο λεγόμενος καρυότυπος). Για τον λόγο αυτό η εξέταση του καρυότυπου θεωρώ ότι είναι απαραίτητη μετά από κάθε αποβολή, γιατί αφενός μπορεί να μας κατευθύνει στις σωστές εξετάσεις, που πρέπει να υποβάλουμε το ζεύγος,  αφετέρου να μας γλιτώσει από περιττές και υψηλού κόστους εξετάσεις» λέει ο κ. Ιωαννίδης.

Οι εξετάσεις αυτές μπορεί να είναι οι εξής:

·         σαλπιγγογραφία (για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν ανατομικές ανωμαλίες στη μήτρα ή παθολογικές σάλπιγγες),

·         υστεροσκόπηση (για να διορθωθούν ανατομικές ανωμαλίες στη μήτρα),

·         ορμονικές εξετάσεις (μέτρηση προγεστερόνης σε συγκεκριμένες μέρες του κύκλου),

·         έλεγχος για θρομβοφιλία,

          ανοσολογικό έλεγχος,

·         εξέταση DNA (καρυότυπος) και στους δύο συντρόφους

Μετά τη διενέργεια των εξετάσεων θα γίνει εξατομίκευση της κάθε περίπτωσης και θα αποφασιστεί το πλάνο των θεραπευτικών παρεμβάσεων. Οι γυναικολόγοι επισημαίνουν ότι στην πλειονότητα των αποβολών η αιτία είναι τυχαίες χρωμοσωματικές βλάβες του εμβρύου. Αν η αιτία είναι μόνο αυτή, τότε η πιθανότητα επίτευξης υγιούς εγκυμοσύνης είναι πάνω από 70%.