Αλλάζει τον τρόπο χρήσης υπηρεσιών υγείας η οικονομική κρίση, εξαιτίας των αλλαγών στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Τα νοικοκυριά έχουν πληγεί σημαντικά και δεν μπορούν να καλύψουν τις υγειονομικές τους ανάγκες και σε συνδυασμό με τα μέτρα περιστολής των δαπανών περίθαλψης, αυξάνονται τα προβλήματα πρόσβασης των ασθενών σε υπηρεσίες υγείας, γεγονός που αναμένεται να προκαλέσει μακροπρόθεσμα προβλήματα συμμόρφωσης των ασθενών στις θεραπείες τους, με ολέθρια αποτελέσματα για την υγεία τους.

Για το λόγο αυτό, φθηνά και αποτελεσματικά μέτρα, όπως για παράδειγμα εφαρμογές ηλεκτρονικής υγείας, που έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα στην συνεχόμενη παροχή περίθαλψης σε χρόνιους ασθενείς, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν ως υψηλής προτεραιότητας στην ατζέντα των αρχών.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μελέτη του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου και της Νοσηλευτικής Σχολής του ΕΚΠΑ, που παρουσιάστηκε στο ISPOR, από τους Γ. Σιάτη, Μ. Μονοκρούσου, Ο. Σίσκου, Ο. Κωνσταντακοπούλου, Π. Γαλάνη, Δ. Καϊτελίδου και Μ. Θεοδώρου. Η μελέτη διενεργήθηκε σε πάνω από 1000 χρόνιους ασθενείς στη Δυτική και Βόρεια Ελλάδα, με στόχο να φωτίσει τα μοντέλα χρήσης υπηρεσιών υγείας από τους χρονίως πάσχοντες και να διερευνήσει την οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν τις υγειονομικές τους ανάγκες κάνοντας χρήση των απαραίτητων υγειονομικών υπηρεσιών.

Αιτία της μελέτης, ήταν η δραματική επίπτωση της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης, τόσο στο σύστημα υγείας, όσο και στον πληθυσμό, ιδίως τους χρονίως πάσχοντες. Οι δαπάνες υγείας για χρόνιες παθήσεις είναι υψηλές, και μάλιστα φθάνουν το 0,8% του ΑΕΠ των Ευρωπαϊκών κρατών.

Σύμφωνα με τη μελέτη, καθώς η οικονομική κρίση διαρκεί, οι ασθενείς καταφεύγουν στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, στην προσπάθειά τους να περικόψουν τις απευθείας πληρωμές.

Σήμερα μόνο οι μισοί ασθενείς με χρόνιες παθήσεις δηλώνουν ότι κάνουν χρήση ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, έναντι 80% των ασθενών με χρόνιες παθήσεις που κατέφευγαν στον ιδιωτικό τομέα υγείας για περίθαλψη τα έτη 2011-2012. 

Από την άλλη πλευρά, η χρήση υπηρεσιών υγείας από τα δημόσια νοσοκομεία αυξήθηκε στο 58,3%, έναντι 51% σε προηγούμενη μελέτη του 2015.

Συνολικά, οι ασθενείς κατευθύνονται περισσότερο στα δημόσια νοσοκομεία σε ποσοστό 58,3%, στον ιδιωτικό τομέα κατά 51,6%, τις μονάδες του ΠΕΔΥ κατά 46,6%, ενώ για κάποιους  (14,2%) αποτελεί λύση η χρήση δημοτικών υπηρεσιών υγείας ή ιατρεία ΜΚΟ. (Οι συμμετέχοντες είχαν τη δυνατότητα παραπάνω από μίας απάντησης, για να αναδειχθεί ο συνδυασμός υπηρεσιών υγείας που χρησιμοποιούν).

Σε ότι αφορά τα φάρμακα, οι μεταρρυθμίσεις για την περιστολή του κόστους, οδήγησαν σε μεγαλύτερη διείσδυση των γενοσήμων, με αποτέλεσμα η χρήση πρωτοτύπων φαρμάκων να περιοριστεί στο 51% από 88,8% προ κρίσης, η χρήση γενοσήμων να αυξηθεί σε 24,8% από 11,2% και να δημιουργηθεί μια τρίτη κατηγορία ασθενών, που χρησιμοποιεί τόσο πρωτότυπα όσο και γενόσημα φάρμακα και η οποία αφορά το 24,2% της συνολικής κατανάλωσης φαρμάκων.

Είναι αξιοσημείωτο, ότι πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες στη μελέτη, επεσήμαναν ότι η απόφασή τους να κάνουν χρήση υπηρεσιών υγείας, επηρεάζεται δυσμενώς από την οικονομική κρίση και την τρέχουσα οικονομική συγκυρία. Γι΄ αυτό, ενδεχομένως να εξηγείται το αυξανόμενο ποσοστό ακάλυπτων αναγκών υγείας, το οποίο διπλασιάστηκε από το 2008 ως το 2014. Συγκεκριμένα, το 7,4% των Ελλήνων δήλωνε ότι δεν καλύπτονταν οι ιατρικές του ανάγκες το 2008, ποσοστό που αυξήθηκε στο 14% το 2014. Πολύ περισσότερο, στη μελέτη της Διανέοσις, διαπιστώθηκε ότι το 22% του πληθυσμού αντιμετώπισε δυσκολίες πρόσβασης στο σύστημα υγείας το 2015. Στην παρούσα μελέτη, μόλις το 42,4% του πληθυσμού δεν είχε πρόβλημα πρόσβασης στο σύστημα υγείας, όταν το 25,9% δηλώνει πως έχει διαρκώς πρόβλημα πρόσβασης και ένα 31,7% αρκετές φορές.

Πάνω από το 60% των συμμετεχόντων στη μελέτη δήλωσαν πως αντιμετώπισαν μέτριες ή σοβαρές οικονομικές δυσκολίες εξαιτίας της χρόνιας πάθησής τους.  Το εύρημα συμπίπτει με προηγούμενες μελέτες που κατέληγαν ότι οι χρόνιες παθήσεις ασκούν στους ασθενείς σοβαρές οικονομικές πιέσεις, εξαιτίας του υψηλού κόστους θεραπείας. 

Το γεγονός αυτό, οδηγεί τα νοικοκυριά να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις για τη διαχείριση των προβλημάτων υγείας των μελών τους, καθώς μόνο το 26% των νοικοκυριών δεν αντιμετώπισαν οικονομικό πρόβλημα με την κάλυψη των ιατρικών αναγκών τους, ενώ για το 21% των νοικοκυριών, οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν σοβαρές.