Σύμφωνα με τους επιστήμονες του King’s College του Λονδίνου, οι άνθρωποι που κοιμούνται περισσότερο, κάνουν πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές και δεν καταφεύγουν εύκολα στα γλυκά και στους υδατάνθρακες.

Είναι γνωστό ότι η έλλειψη ύπνου είναι παράγοντας κινδύνου για την παχυσαρκία, επειδή μεταβάλλει τα επίπεδα των ορμονών που ελέγχουν την όρεξη. Ωστόσο η νέα μελέτη έδειξε ότι με τον περισσότερο ύπνο οι άνθρωποι τρώνε κατά μέσο όρο 10 γραμμάρια λιγότερο ζάχαρη κάθε μέρα, τα οποία μεταφράζονται σε μισή μερίδα κέικ ή τρία μπισκότα με σοκολάτα.

Στη μελέτη συμμετείχαν 21 εθελοντές με φυσιολογικό βάρος, οι οποίοι κοιμούνταν λιγότερες από 7 ώρες τη νύχτα. Οι μισοί από αυτούς έλαβαν βοήθεια για να κοιμηθούν περισσότερο, ακολουθώντας τέσσερις εξατομικευμένες συμβουλές, όπως να αποφεύγουν την καφεΐνη, να καθιερώσουν μία χαλαρή ρουτίνα και να μην πηγαίνουν για ύπνο πεινασμένοι ή μετά την κατανάλωση μεγάλων γευμάτων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 86% των συμμετεχόντων κατάφερε να αυξήσει τον χρόνο παραμονής στο κρεβάτι κατά 55 λεπτά, ενώ οι μισοί αύξησαν τη διάρκεια του ύπνου κατά 21 λεπτά. Μετά από έναν μήνα βελτιωμένου ύπνου, οι άνθρωποι μείωσαν την πρόσληψη ζάχαρης κατά 9,6 γραμμάρια κατά μέσο όρο την ημέρα, δηλαδή το ισοδύναμο μισής σοκολάτας.

Η επικεφαλής ερευνήτρια Haya Al Khatib δήλωσε: "Διαπιστώσαμε ότι οι συνήθειες ύπνου μπορούν να αλλάξουν με σχετικά μεγάλη ευκολία στους υγιείς ενήλικες, χρησιμοποιώντας μια εξατομικευμένη προσέγγιση. 

Τα αποτελέσματά μας δείχνουν, επίσης, ότι η αύξηση του χρόνου παραμονής στο κρεβάτι για μια ώρα ή και περισσότερο μπορεί να οδηγήσει σε πιο υγιεινές επιλογές τροφίμων. Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω τη σχέση μεταξύ του ύπνου λίγων ωρών και μιας διατροφής χειρότερης ποιότητας που έχει, ήδη, παρατηρηθεί από προηγούμενες μελέτες.

Ελπίζουμε να διερευνήσουμε περαιτέρω αυτό το εύρημα με πιο μακροπρόθεσμες μελέτες, που να εξετάζουν την πρόσληψη θρεπτικών συστατικών  και την προσπάθεια για περισσότερο ύπνο, ειδικά σε πληθυσμούς που κινδυνεύουν να γίνουν παχύσαρκοι ή να εμφανίσουν καρδιαγγειακή νόσο".

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο American Journal of Clinical Nutrition.