Η Ποιότητα της Ζωής ενός ατόμου μπορεί να έχει επίδραση στην υγεία του και στην καθημερινή του δραστηριότητα. Ωστόσο, αυτή η σχέση μεταξύ ποιότητας ζωής και υγείας είναι αμφίδρομη. Η υγεία ενός ατόμου μπορεί με τη σειρά του να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις καθημερινές δραστηριότητες του εν λόγω ατόμου. Αυτή η επίδραση μπορεί να μειώσει περαιτέρω τη λειτουργικότητα του ατόμου και την ψυχική του ευεξία. Η εμπειρική ανάλυση αποκάλυψε ότι η σχετιζόμενη με την υγεία Ποιότητα Ζωής (HRQoL) συνδέεται στενά με δημογραφικούς παράγοντες (ηλικία, φύλο) κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές παραμέτρους.

Ο λόγος γιατί τα τελευταία χρόνια η σχετιζόμενη με την υγεία Ποιότητα Ζωής αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία, είναι επειδή έχει διαπιστωθεί ότι οι επιπτώσεις μιας ασθένειας ή κατάστασης επεκτείνεται περισσότερο από την ίδια την επίπτωση της ασθένειας στον πάσχοντα. Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα μιας ασθένειας ή κατάστασης δεν μπορούν να προσδιοριστούν πλήρως με τη χρήση αποκλειστικά και μόνο κλινικής θεραπείας, γιατί έτσι δεν λαμβάνονται υπόψιν οι υποκειμενικές εμπειρίες, προσωπικές αξίες, στάσεις και πεποιθήσεις των ατόμων για την προσωπική εκτίμηση της υγείας τους.

Έτσι, μέθοδοι βελτίωσης της ποιότητας ζωής πρέπει να εξετάζουν πέρα από την απλή παρουσία της υγείας ή ασθένειας, (οι οποίες καλύπτονται από τις κλινικές επιστήμες) και να συνυπολογίζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται την κατάσταση της υγείας του και με το πώς αυτή επηρεάζει την καθημερινή απόδοσή του. 

Επιπλέον, έχει ιδιαίτερη σημασία πώς παρέχεται η περίθαλψη σε διαφορετικές ομάδες ανάλογα με τις συγκεκριμένες ανάγκες που μπορεί κάθε ομάδα να έχει.

Γι΄ αυτό η σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής λαμβάνεται σημαντικά υπόψιν από τις διεθνείς οργανώσεις όπως ο ΠΟΥ, ο ΟΟΣΑ και η Eurostat ως μέτρο αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της υγειονομικής περίθαλψης.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συνολική HRQoL είναι η στοματική υγεία του ατόμου. Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι εκτεταμένες, και να οδηγήσουν σε ελάττωση της καθημερινής λειτουργίας και της ευημερίας ενός ατόμου, οδηγώντας ακόμα και σε σωματική ή ψυχολογική ανικανότητα. Οι δαπάνες και οι επιπλοκές από μια τέτοια κατάσταση είναι μεγάλες όχι μόνο για το συγκεκριμένο άτομο, αλλά για την κοινωνία στο σύνολό της, είτε πρόκειται για κοινωνίες πλούσιες, φτωχές, ανεπτυγμένες ή λιγότερο ανεπτυγμένες. Έτσι αναδεικνύεται η ανάγκη για εξέταση των επιπτώσεων στην ποιότητα ζωής, κατά το σχεδιασμό κατανομής της χρηματοδότησης στον τομέα υγείας, ιδίως σε ότι αφορά τη στοματική υγεία, για την απόδοση όχι μόνο στους ασθενείς, αλλά συνολικά στην κοινωνία.

Το επίπεδο της στοματικής υγείας μπορεί να επηρεαστεί από πολλούς παράγοντες, προσωπικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς και τοπικούς. 

Η διαπίστωση επιβεβαιώθηκε από πρόσφατη επιδημιολογική μελέτη στην Ελλάδα, κατά την οποία διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων περιφερειών και μεταξύ αστικών και αγροτικών εκτάσεων για τη στοματική κατάσταση των κατοίκων των περιοχών αυτών. Γνωρίζοντας ότι οι διαφορές αυτές είναι παρούσες, είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε επίσης τις διάφορες περιοχές για τις επιπτώσεις της στοματικής υγείας στην ποιότητα ζωής των ατόμων.

Ο σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνήσει τον αντίκτυπο της κατάστασης της υγείας του στόματος στην ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων. 
Επιλέχθηκε τυχαίο δείγμα 501 ηλικιωμένων, 65-74 ετών (μέσος όρος 71 ± 5), από την Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και από αστικές και αγροτικές περιοχές της Αχαϊας Πάτρα, Ιωάννινα και Καστοριά. Αξιολογήθηκαν οι διαφορές μεταξύ των αστικών ομάδων έναντι ομάδων που ζουν στην ύπαιθρο και ομάδων που ζουν σε κεντρικές - μητροπολιτικές πόλεις έναντι ομάδων που ζουν σε μη μητροπολιτικές πόλεις. Έγινε κατηγοριοποίηση σε πέντε ομάδες ανά επίπεδο εκπαίδευσης. Το ερωτηματολόγιο είχε κατανεμηθεί σε 7 υποκλίμακες, ανάλογα με τις επιπτώσεις της στοματικής υγείας, όπως ψυχολογική αναπηρία, κοινωνική ανικανότητα, αναπηρία, σωματική αναπηρία, πόνος, λειτουργικός περιορισμός και ψυχολογική δυσφορία. Επιπλέον συγκρίσεις αντλήθηκαν από την υποκειμενική τους αντίληψη για τη γενική και στοματική υγεία τους.

Στο δείγμα, το 62,4% ήταν άνδρες και το 37,6% γυναίκες. Συνολικά, το 17,8% ήταν καπνιστές. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων (63,4%) είχε χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, το 24,5% μέση εκπαίδευση και μόνο το 5,8%, 5,6% και 0,6% είχε ανώτερη, ανώτατη ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση, αντίστοιχα.

Το 82,2% ήταν συνταξιούχοι, ενώ το 11,2% νοικοκυρές. Η μικρή μειοψηφία που εξακολουθούσε να εργάζεται ήταν κυρίως αυτοαπασχολούμενοι (4,4%), ενώ μόνο το 1,2% ιδιωτικοί υπάλληλοι και 1% δημόσιοι.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το συνολικό επίπεδο της στοματικής υγείας ήταν καλύτερο στις αστικές από ό,τι στις αγροτικές περιοχές και στις μητροπολιτικές από ό,τι σε μη μητροπολιτικές περιοχές. 

Εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές στην ποιότητα ζωής μεταξύ εκείνων με χαμηλότερο μορφωτικό κατηγορία σε σύγκριση με εκείνους με υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο.

Η πλειοψηφία των ασθενών τόσο στις αγροτικές όσο και στις αστικές περιοχές θεωρούσε γενικά την υγεία τους είναι καλή (56% και 58%, αντίστοιχα), ενώ το στην αγροτική ήταν άσχημη για το 18% έναντι 6% για τις αστικές περιοχές. 

Για τη στοματική τους υγεία, λιγότερο από το 45% των ατόμων στις αγροτικές και αστικές περιοχές έκριναν τη στοματική τους υγεία ως καλή, ενώ το 13% και 9% αντίστοιχα, την χαρακτήρισε κακή.

Τέλος η άντληση συμπερασμάτων από τη σύγκριση μεταξύ γενικής και στοματικής υγείας, έδειξε ότι το 65% του αγροτικού πληθυσμού αναφέρει καλή γενική υγεία, όμως μόνο το μισό περίπου (35%) διαθέτει καλή στοματική υγεία. Η διαφορά αυτή οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού για τη διατήρηση της στοματικής υγείας στις αγροτικές περιοχές της Ελλάδα.

Συμπερασματικά επισημαίνεται ότι περιστατικά οδοντιατρικής και στοματικής υγείας έχουν μετρήσιμο αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων πολιτών. Η ικανότητα ενός ατόμου να είναι λειτουργικό μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά, γεγονός που με τη σειρά του μπορεί να έχει ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις στην κοινωνία ως σύνολο.

* Ο Γιάννης Υφαντόπουλος είναι Καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης