Μια χώρα που σέβεται τους πολίτες της φροντίζει να παρέχει σωστές υπηρεσίες υγείας, παιδείας και υποδομές. Όλα τα ανωτέρω υπήρξαν πάντα εργαλεία ψηφοθηρίας και ρουσφετιών στα χέρια των εκάστοτε κυβερνήσεων. Για αυτό το λόγο, η Ελλάδα σήμερα διαθέτει νοσοκομεία σε περιοχές που δεν θα έπρεπε, κλίνες περισσότερες από αυτές που χρειάζονται, αναξιοποίητο ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό  και αμέτρητους Διευθυντές ιατρούς, με αποτέλεσμα την κατασπατάληση ανθρώπινων και υλικών πόρων. 

Όλα αυτά μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα την εποχή που …δανεικά λεφτά υπήρχαν.

Η κρίση όμως μας έφερε αντιμέτωπους με τα ολέθρια αποτελέσματα των επιλογών μας.

Η δημιουργία του ΕΟΠΥΥ και η αυτονόητη υπαγωγή όλων των ταμείων σε αυτό, έδωσε την εντύπωση ότι κάτι πάει να αλλάξει προς το καλύτερο. Η δημιουργία ενός ενιαίου αγοραστή υπηρεσιών υγείας από το δημόσιο και το ιδιωτικό σύστημα, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικό εργαλείο άσκησης πολιτικής υγείας.

Δυστυχώς όμως η διάψευση αυτών των προσδοκιών ήρθε γρήγορα. Η μεν δημιουργία των Κλειστών Ενοποιημένων Νοσηλίων (ΚΕΝ) δεν πέτυχε να αποτυπώσει το πραγματικό κόστος των ιατρικών πράξεων, ο δε ΕΟΠΥΥ, δεν μπόρεσε να υποστηρίξει τις πληρωμές προς τους Ιδιώτες παρόχους.

Κατά την προσφιλή τακτική των πολιτικών μας, αντί μιας τίμιας παραδοχής ότι το σύστημα δεν μπορεί να καλύψει τα πάντα, ορίστηκε οικονομική συμμετοχή του ασθενή (σήμερα 30%) και επειδή αυτό δεν ήταν αρκετό, επιβλήθηκε clawback & rebate στους ιδιώτες παρόχους, με αποτέλεσμα ο ΕΟΠΥΥ να καλύπτει το 30% περίπου του ποσού για το οποίο συμβατικά δεσμεύεται.

Σήμερα, ο πολίτης έχει να επιλέξει μεταξύ ενός δημοσίου νοσοκομείου με τα γνωστά προβλήματα και ενός ιδιωτικού όπου όμως η πραγματική συμμετοχή του ΕΟΠΥΥ διαρκώς μειώνεται.

Δεδομένων των οικονομικών δυσκολιών, της πληθυσμιακής γήρανσης και της συρρίκνωσης των μισθών και κυρίως των συντάξεων, η αυτονόητη  λύση της ιδιωτικής ασφάλισης δεν είναι τόσο εύκολη. 

Γίνεται  λοιπόν ορατός ο κίνδυνος αποκλεισμού μεγάλου τμήματος των Ελλήνων από την πρόσβαση σε σωστές υπηρεσίες υγείας. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο αν λάβει κανείς υπόψη του την αλματώδη εξέλιξη της  ιατρικής και της τεχνολογίας, που υιοθετείται γρηγορότερα από  τις ιδιωτικές δομές, όπως και τις νέες μεθόδους και εξετάσεις που δεν καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Μέσα στο σημερινό οικονομικό και διοικητικό περιβάλλον είναι προφανές ότι ο ΕΟΠΥΥ δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των αναγκών των ασφαλισμένων. Πρέπει λοιπόν η πολιτεία να σκεφθεί "έξω από το κουτί" και να δημιουργήσει ένα ισχυρό πυλώνα παροχής υπηρεσιών δημόσιας τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας, που να καλύπτει όλους τους Έλληνες, με ασφάλεια και αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα να εξασφαλίσει την πρόσβαση στις υπηρεσίες της ιδιωτικής υγείας.  

Ο ιδιωτικός τομέας καλύπτει το 39% των υπηρεσιών υγείας στη χώρα, συγκρατεί υψηλής ποιότητας επιστημονικό δυναμικό σε μια εποχή που μαστίζεται από brain drain, λειτουργεί συμπληρωματικά του δημοσίου και καλύπτει επεμβάσεις και ιατρικές πράξεις υψηλής τεχνολογίας που δεν καλύπτει το δημόσιο σύστημα. Στις υπηρεσίες του (νοσηλείες) επιβάλλεται ΦΠΑ που το 2015 από 13% έγινε 24%, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος πρόσβασης για τον ασφαλισμένο και να περιοριστεί η ελευθερία επιλογής του. 

Τα καλά νέα είναι ότι η πολιτεία κατάλαβε το πρόβλημα και μείωσε,από τον Ιανουάριο του 2018,τον φόρο προστιθέμενης αξίας από 24% σε 13% για τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, τους οίκους ευγηρίας και τις δομές παροχής φροντίδας σε άτομα με αναπηρία και νοητική υστέρηση.

Η ίδια λύση θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στον τομέα της ιδιωτικής υγείας. Η αλλαγή του συντελεστή ΦΠΑ από το 24% στο 13%, θα έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της επιβάρυνσης για τους ασφαλισμένους, και ταυτόχρονα, θα αποτελούσε έμπρακτη υποστήριξη της αξιόλογης προσπάθειας ανάπτυξης εξωστρέφειας, που είναι ο Ιατρικός Τουρισμός.

*Ο κ. Κώστας Στεργιόπουλος, MBA, είναι Επιχειρησιακός Διευθυντής του Mediterraneo Hospital, μέλος Δ.Σ. του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών (ΣΕΚ).