Οι άνθρωποι που κατοικούν σε οίκους ευγηρίας, μακριά από τις οικογένειές τους, συχνά υποφέρουν από μοναξιά και δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον και να κάνουν νέους φίλους. Όταν, δε, πάσχουν από άνοια, που, ούτως ή άλλως, καθιστά δύσκολη την επικοινωνία, ενίοτε απομονώνονται και, τελικά, δεν περνάνε καλά.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο PLOS Medicine, έδειξαν ότι η αλληλεπίδραση με άλλα άτομα, σε συνδυασμό με την εξατομικευμένη περίθαλψη, μείωσαν σημαντικά τον θυμό και την ανησυχία των ηλικιωμένων.

Το προσωπικό στους οίκους ευγηρίας εκπαιδεύτηκε, ώστε να μάθει τα ενδιαφέροντα και τις ικανότητες των ασθενών και να τους ρωτάει για τις οικογένειές τους και για τη φροντίδα που έλαβαν. Αυτή η συζήτηση οδήγησε σε πιο εξατομικευμένη φροντίδα και ενσωμάτωσε μια ώρα κοινωνικής αλληλεπίδρασης την εβδομάδα.

Περιελάμβανε κουβέντες σχετικά με την οικογένεια του ασθενούς ή τα ενδιαφέροντά του, όπως ο αθλητισμός, για να τον βοηθήσει στη συνέχεια να συμμετάσχει σε δραστηριότητες, όπως η κηπουρική ή η μουσική.

Η μελέτη διαπίστωσε βελτιώσεις στην ποιότητα ζωής, στην ανησυχία και στα νευροψυχιατρικά συμπτώματα, με τα μεγαλύτερα οφέλη να παρατηρούνται στα άτομα με μέτρια και με σοβαρή άνοια.

"Στην πραγματικότητα τα σχετικά απλά πράγματα, εάν εφαρμοστούν με συνέπεια, μπορούν πραγματικά να κάνουν τη διαφορά στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων με άνοια", δήλωσε ο καθηγητής Clive Ballard, από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Exeter, επικεφαλής της έρευνας.

Η ίδια έρευνα διαπίστωσε ότι σε πάρα πολλούς οίκους ευγηρίας, ζήτημα είναι αν το προσωπικό ανταλλάσσει λίγες κουβέντες κάθε μέρα με τους ενοίκους, το πολύ ένα με δύο λεπτά, ίσα - ίσα για τα διαδικαστικά, που αφορούν στη λήψη της θεραπείας και στη διατροφή.

Όμως οι ηλικιωμένοι ασθενείς - ειδικά αν πάσχουν από άνοια - χρειάζονται μια πιο ζεστή, πιο ανθρώπινη επικοινωνία, δυο ανθρώπινες κουβέντες, και όχι "ξύλινη" συμπεριφορά.