Άπειρες είναι οι αναφορές το τελευταίο διάστημα σχετικά με τις δαπάνες υγείας των προηγούμενων ετών, προκαλώντας πραγματική ζάλη στον απλό Έλληνα που προσπαθεί να χωρέσει στη λογική του τα δισεκατομμύρια ευρώ που έχουν ξοδευτεί για την περίθαλψή του. Είναι γνωστό ότι η χώρα μας δεν αποτέλεσε ποτέ πρότυπο μετρήσεων ή μη αμφισβητήσιμων στοιχείων. Όμως παρόλ’ αυτά  υπάρχουν επίσημες μετρήσεις και υπολογισμοί, τόσο για τη συνολική δαπάνη, ιδιωτική και κρατική όσο και για τις ειδικές δαπάνες για φάρμακα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές, την κρίσιμη περίοδο 2000-2016, φαίνεται πως είτε ως κράτος είτε από την τσέπη μας, ξοδέψαμε συνολικά 281 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περί τα 92 δισ. ευρώ μόνο για φάρμακα

Ειδικότερα, με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το προαναφερθέν διάστημα συνολικά η Ελλάδα ξόδεψε για την υγεία των πολιτών περί τα 281 δισ. ευρώ. Σημειώνεται πως τα στοιχεία χρόνο με το χρόνο αναθεωρούνται εμφανίζοντας κάποιες μεταβολές, όμως αυτές δεν είναι τόσο ακραίες ώστε να υπάρξει δραματική διαφοροποίηση πάνω από τα επίπεδα αυτά. 

Με βάση επίσης την ΕΛΣΤΑΤ η δημόσια δαπάνη για την υγεία έφτασε στα περίπου 176 δισ. ευρώ ή τα 2/3 της συνολικής δαπάνης. Κοινώς από την τσέπη μας το προηγούμενο διάστημα πληρώσαμε το 33% των συνολικών δαπανών για την υγεία ή 105 δισ. ευρώ. Φαίνεται λοιπόν ότι το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών καλύπτονταν πάντα από το δημόσιο σε ποσοστό που ανά έτος κυμαίνονταν από 55% έως 68%. Μάλιστα την κρίσιμη τετραετία 2007-2010 η δαπάνη για την υγεία έφτασε στα 86 δισ. ευρώ δηλαδή όσο το 1/3 της δαπάνης στα 16 χρόνια. Αντίστοιχα και η δημόσια δαπάνη προσέγγισε τα 58 δισ. ευρώ ήταν επίσης το 1/3 της συνολικής δημόσια δαπάνης στην 16ετία. Είναι δε και η περίοδος όπου η δημόσια δαπάνη φτάνει σε μέσο όρο το ρεκόρ στη συμμετοχή στη συνολική δαπάνη, δηλαδή στο 68%

Όλα τα παραπάνω λαμβάνουν χώρα σε μια περίοδο που και το ελληνικό ΑΕΠ έχοντας πετύχει ρεκόρ απόδοσης μέχρι το 2008-2009, δικαιολογεί σε ένα βαθμό και αντίστοιχες υγειονομικές δαπάνες.  Συνολικά και με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΟΣΑ, το ΑΕΠ την περίοδο 2000-2016 φτάνει στα 3,23 τρισ. ευρώ. Με βάση λοιπόν το συνολικό αυτό ποσό, αν μας επιτραπεί να «αθροίσουμε» τα 16 έτη της ελληνικής οικονομίας, οι συνολικές δαπάνες υγείας αντιστοιχούν στο 8,7%. Κι αυτό διότι υπήρξαν μεν χρονιές που η δαπάνη έφτασε κοντά στο 10% αλλά αυτές ήταν ελάχιστες. 
Αντίστοιχα δε η δημόσια δαπάνη της 16ετίας αντιστοιχεί στο 5,5%  του ΑΕΠ για το σύνολο των ετών. Και πάλι το ποσοστό αυτό δεν είναι θα έλεγε κανείς ακραίο. Συνολικά θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι  οι δαπάνες δεν ήταν χαμηλές σε σχέση με το ΑΕΠ αλλά όχι και τόσο υψηλές ώστε να δικαιολογούν τις εκτιμήσεις ότι επιβάρυναν δραματικά το ελληνικό χρέος και μάλιστα περισσότερο από άλλους τομείς.  

Φαρμακευτική δαπάνη
Ειδικότερα τώρα σχετικά με τις δαπάνες για φάρμακα, με βάση την επεξεργασία των στοιχείων του ΕΟΦ, φαίνεται ότι από το 2000 μέχρι και το 2016 καταγράφεται συνολικός τζίρος σε φάρμακα και σχετικά σκευάσματα σήμανσης ΕΟΦ στα περίπου 97 δισ. ευρώ. Από αυτά τα περίπου 20 δισ. ευρώ αφορούν φάρμακα νοσοκομειακά  ή σκευάσματα που διακινούνται στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ και τα υπόλοιπα σκευάσματα που διακινούνται μέσω φαρμακείων και φαρμακαποθηκών
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΕΟΦ προσδιορίζει ότι σκευάσματα αξίας 4,2 δισ. ευρώ αφορούν σε παράλληλες εξαγωγές τα έτη 2008-2016, δηλαδή περίπου το 10% των πωλήσεων σε αξία από φαρμακεία και φαρμακαποθήκες τα έτη αυτά. Υπολογίζεται λοιπόν ότι στην περίοδο της 16ετίας η αξία των νόμιμων παράλληλων εξαγωγών προσέγγισε τουλάχιστον τα 5-6 δισ. ευρώ κι έτσι η εσωτερική αγορά φαρμάκου μπορεί να υπολογιστεί στα περίπου 92 δισ. ευρώ. 

Με βάση τώρα τα στοιχεία για τη δημόσια δαπάνη, βλέπουμε ότι το σύνολο των καταβολών του δημοσίου για εξωνοσοκομεικά φάρμακα ήταν της τάξης των 49 δισ. ευρώ για το διάστημα των 16 ετών. Το συγκεκριμένο ποσό αποτελεί την κάλυψη των φαρμάκων που διακινούνταν από τα φαρμακεία αλλά και το σύνολο των φαρμάκων από τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ. 

Υπάρχει επίσης και ένα μέρος των νοσοκομειακών φαρμάκων τα οποία περιέχονται στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων ή χορηγούνταν  από τις ιδιωτικές κλινικές και τα οποία δεν προσδιορίζονται από τον ΕΟΦ ώστε να προσδιοριστεί και η αντίστοιχη δημόσια δαπάνη γι αυτά. Ας υποθέσουμε όμως ότι η κάλυψη στα φάρμακα από το ελληνικό δημόσιο είναι της τάξης των 60 δισ. ευρώ και τα υπόλοιπα 30 δισ. ευρώ αφορούν στη συμμετοχή των ασθενών, τα ΜΗΣΥΦΑ και την αρνητική λίστα ενώ πάνω από 3,5 δισ. ευρώ έχει εισφέρει η φαρμακοβιομηχανία λόγω clawback και rebate αλλά και λόγω της εξόφλησής της με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τα οποία είτε κουρεύτηκαν είτε ρευστοποιήθηκαν με απώλειες. 
Συνδυάζοντας τώρα τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΕΟΦ διαπιστώνουμε ότι το φάρμακο αποτέλεσε το προηγούμενο διάστημα περί το 1/3 των συνολικών δαπανών για την υγεία όπως και επίσης και το 1/3 της δημόσια δαπάνης.