Ολοκληρώνεται πλέον η απελευθέρωση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με την έγκριση του Προεδρικού Διατάγματος του υπουργείου Υγείας περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των φαρμακείων από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ, είχε απορρίψει πέρυσι τη σχετική υπουργική απόφαση, κρίνοντας ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με νόμο ή Προεδρικό Διάταγμα και όχι με υπουργική απόφαση.

Έτσι, ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός προχώρησε στην κατάρτιση σχετικού Προεδρικού Διατάγματος - για το οποίο απαιτείται προηγούμενη έγκριση του ΣτΕ - προκειμένου να καλυφθεί η σχετική μνημονιακή υποχρέωση που απορρέει από την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ.

Το Ανώτατο Δικαστήριο επεξεργάστηκε και ενέκρινε το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος του υπουργείου Υγείας, με το οποίο καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας φαρμακείου και σε φυσικά πρόσωπα που δεν είναι φαρμακοποιοί, εκτός από μία παράγραφο που αφορά τη συμμετοχή των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων.

Σύμφωνα με το ΠΔ που επεξεργάστηκε το Ε' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας επιτρέπεται η χορήγηση άδειας σε:
1) Φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του φαρμακοποιού
2) Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του φαρμακοποιού (ιδιώτες μη φαρμακοποιοί)
3) Συνεταιρισμούς μέλη της «Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών Ελλάδας».

Το κάθε φυσικό πρόσωπο - φαρμακοποιός ή όχι -  μπορεί να προμηθευτεί  μέχρι και 10 άδειες φαρμακείου. Η σχετική διάταξη προβλέπει ότι «ο ανώτερος επιτρεπόμενος αριθμός χορηγουμένων αδειών στο ίδιο φυσικό πρόσωπο αυξάνεται κατά μια άδεια κατ΄ ανώτερο όριο κατ΄ έτος, μέχρι το 2020, οπότε ορίζεται ανώτατος επιτρεπόμενος αριθμός οι 10 άδειες σε πανελλαδική κλίμακα. Για το έτος 2018 επιτρέπεται η χορήγηση μέχρι 8 αδειών στο ίδιο πρόσωπο, για το έτος 2019 μέχρι 9 και για το 2020 μέχρι 10 αδειών στο ίδιο πρόσωπο».

Στην καταργηθείσα υπουργική απόφαση προβλεπόταν η κατοχή 20% του μετοχικού κεφαλαίου από φαρμακοποιό, ενώ τώρα το ίδιο ποσοστό απαιτείται για τον  μη φαρμακοποιό, κάτοχο της άδειας ίδρυσης φαρμακείου. Ο τελευταίος, μπορεί να λειτουργήσει το φαρμακείο, υποχρεωτικά μόνο με τη μορφή της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ), που πρέπει να έχει συσταθεί πριν τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας και στην οποία θα πρέπει να έχει ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 20% στο κεφάλαιο.

Παράλληλα, για το φαρμακοποιό, το φαρμακείο του μπορεί να λειτουργήσει είτε ως ατομική επιχείρηση είτε ως εμπορική εταιρεία οποιασδήποτε μορφής, εκτός αυτής της Ανώνυμης Εταιρείας.

Οι άδειες φαρμακείου δεν θα χορηγούνται μόνο σε Έλληνες, αλλά και σε πολίτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η απόφαση
Με την υπ΄ αριθμ. 26/2018 γνωμοδότησή του Ε΄ Τμήματος, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο του ΣτΕ Αθανάσιο Ράντο και εισηγήτρια την πάρεδρο Θεοδώρα Ζιάμου, κρίθηκε ότι είναι σύμφωνοι με το άρθρο 5 του Συντάγματος οι εισαγόμενοι με το σχέδιο διατάγματος «περιορισμοί στην επαγγελματική ελευθερία των φαρμακοποιών και την επιχειρηματική ελευθερία των ιδιωτών – μη φαρμακοποιών, όσον αφορά την υποχρεωτική επιλογή εταιρικής μορφής και τη συμμετοχή στη σύνθεση του εταιρικού κεφαλαίου των φαρμακευτικών ΕΠΕ, με κριτήριο την επαγγελματική ιδιότητα των συμμετεχόντων».

Οι δικαστές αναφέρουν ότι δεν εγείρει ζητήματα συνταγματικότητας, η πρόβλεψη του διατάγματος, «περί της υποχρεωτικής συμμετοχής σε ΕΠΕ ιδιοκτησίας αδειούχου- μη φαρμακοποιού, επιστήμονα φαρμακοποιού με ποσοστό εταιρικής μερίδας 20%» και προσθέτουν ότι «η νέα ρύθμιση περί διαχωρισμού του ιδιοκτησιακού και επιχειρησιακού τομέα των φαρμακείων από τον τομέα της παροχής αμιγώς φαρμακευτικών υπηρεσιών θεσπίζεται νομίμως, από το ελληνικό Κράτος, κατ’ εκτίμηση των σύγχρονων διεθνών αντιλήψεων περί ανοίγματος των ελεύθερων επαγγελμάτων στον ανταγωνισμό, λαμβανομένων υπόψη και των δεσμεύσεων της χώρας για την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων με μείωση των περιορισμών, μεταξύ άλλων στα φαρμακεία». 

Στο σκεπτικό σημειώνεται ακόμη ότι η επίμαχη ρύθμιση κρίθηκε «αναγκαία για την αντιμετώπιση των φαινομένων της υπερκατανάλωσης φαρμάκων, της τεχνητής ζήτησης φαρμάκων και της προώθησης των μη γενοσήμων φαρμάκων, που προκαλούν αύξηση της κρατικής φαρμακευτικής δαπάνης και υπέρμετρη επιβάρυνση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία εκτιμάται από τα ως άνω κείμενα ότι δύνανται να αποδοθούν, μεταξύ άλλων, και στο μονοπώλιο του εμπορίου φαρμάκων εκ μέρους του κλειστού επαγγελματικού κύκλου των φαρμακοποιών. Η άρση του μονοπωλίου θεωρείται ότι θα συμβάλει στη διαμόρφωση από την ίδια την αγορά τόσο της προσφοράς και της ζήτησης των φαρμάκων, όσο και της ποιότητας των παρεχόμενων φαρμακευτικών προϊόντων και υπηρεσιών».