Ο αέρας που αναπνέουμε στις ελληνικές πόλεις δεν είναι πλέον δεδομένος. Σε περιόδους καύσωνα, σκόνης και άπνοιας, η ατμόσφαιρα μετατρέπεται σε ένα αόρατο μίγμα ρύπων που εγκλωβίζεται πάνω από τις γειτονιές. Η οξική ατμόσφαιρα, όπως τη χαρακτηρίζουν οι επιστήμονες, δεν αφορά ένα μακρινό σενάριο. Είναι η καθημερινότητα χιλιάδων κατοίκων σε μεγάλα αστικά κέντρα.
Σύμφωνα με τον Δρ Ανδρέα Φλουρή, καθηγητή Φυσιολογίας και διευθυντή του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας FAME Lab του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, η κλιματική κρίση λειτουργεί ως επιταχυντής της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Όπως εξηγεί,, η άνοδος της θερμοκρασίας δεν προσθέτει απλώς νέους ρύπους, αλλά αλλάζει τη χημεία τους, καθιστώντας τα καυσαέρια πιο επιθετικά και ανθεκτικά στον χρόνο. Έτσι, οι ρύποι παραμένουν για περισσότερες ώρες πάνω από τις πόλεις και γίνονται πιο επιβαρυντικοί για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζει το όζον στο επίπεδο του εδάφους. Αν και ψηλά στην ατμόσφαιρα λειτουργεί προστατευτικά, χαμηλά αποτελεί ισχυρό ερεθιστικό ρύπο. Η έντονη ζέστη και η αυξημένη ηλιοφάνεια ευνοούν τις χημικές αντιδράσεις ανάμεσα στα καυσαέρια, οδηγώντας σε υψηλότερες συγκεντρώσεις όζοντος σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
Την ίδια ώρα, οι υψηλές θερμοκρασίες ενισχύουν το φαινόμενο της θερμοκρασιακής αναστροφής. Ο θερμός αέρας σε μεγαλύτερα ύψη λειτουργεί σαν καπάκι, παγιδεύοντας τους ρύπους κοντά στο έδαφος. Αντί να διαχέονται, λιμνάζουν πάνω από τις πόλεις, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να αναπνέουν επανειλημμένα το ίδιο μίγμα ρύπων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η συχνότερη μεταφορά σκόνης από τη Σαχάρα. Όπως λέει ο κ. Φλουρής, η ερημοποίηση στη Βόρεια Αφρική, λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας, αυξάνει τόσο τη συχνότητα όσο και την ένταση αυτών των επεισοδίων. Η σκόνη αυτή δεν είναι αθώα. Κατά τη μεταφορά της, δεσμεύει βακτήρια, μύκητες και βαρέα μέταλλα, φτάνοντας στα ελληνικά αστικά κέντρα ήδη «φορτωμένη» και εισχωρώντας βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα, κυρίως παιδιών και ηλικιωμένων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα εξαιρετικά λεπτά αιωρούμενα σωματίδια, με διάμετρο μικρότερη των 2,5 μικρομέτρων. Πρόκειται για ρύπους που, λόγω μεγέθους, περνούν απευθείας στους πνεύμονες και από εκεί στο αίμα, συνδεόμενοι με αναπνευστικά, καρδιαγγειακά και νευρολογικά προβλήματα. Οι δασικές πυρκαγιές, που αυξάνονται εξαιτίας της παρατεταμένης ξηρασίας, απελευθερώνουν τεράστιες ποσότητες αυτών των σωματιδίων, τα οποία μπορούν να ταξιδέψουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο της φωτιάς.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ελληνικών πόλεων. Όπως σημειώνει ο Δρ Φλουρής, το γεωγραφικό ανάγλυφο, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη χρήση τσιμέντου, περιορίζει τον φυσικό αερισμό. Στην Αθήνα, οι ορεινοί όγκοι λειτουργούν ως φυσικά εμπόδια, ενώ το τσιμέντο συσσωρεύει θερμότητα, δημιουργώντας την αστική θερμική νησίδα. Σε αυτές τις συνθήκες, η οξική ατμόσφαιρα γίνεται σχεδόν μόνιμο φαινόμενο.
Η λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, περνά από τον επανασχεδιασμό των πόλεων. Περισσότερο πράσινο, λιγότερη εξάρτηση από το αυτοκίνητο και υλικά που δεν παγιδεύουν τη θερμότητα μπορούν να μειώσουν την επιβάρυνση. Όπως τονίζει, η ποιότητα του αέρα αποτελεί τον πιο άμεσο δείκτη της δημόσιας υγείας. Αν δεν αντιμετωπιστεί η κλιματική κρίση στη ρίζα της, ο καθαρός αέρας κινδυνεύει να γίνει το πιο δυσεύρετο αγαθό του 21ου αιώνα.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ