Αύξηση μόλις 100 εκατ. ευρώ στις δημόσιες δαπάνες υγείας το 2019

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι φέτος η αύξηση της δημόσιας δαπάνης για την υγεία θα είναι της τάξεως του 1%, ήτοι χαμηλότερη της αύξησης του ΑΕΠ.

Την αδιαμφισβήτητη αρωγή του clawback στη διατήρηση των δημόσιων δαπανών της Ελλάδας για την υγεία στα υπάρχοντα επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαπιστώνει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Η κατάσταση της Υγείας στην ΕΕ». Την ίδια ώρα επισημαίνει τα χαμηλά ποσοστά διείσδυσης των γενοσήμων, ενώ φαίνεται παράλληλα πως οι Έλληνες δαπανούν για φάρμακα για ιατροτεχνολογικά προϊόντα χαμηλότερα ποσά έναντι του μέσου Ευρωπαίου πολίτη.

Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα, σε απόλυτες τιμές, μετά την ώθηση που έλαβε χώρα το 2016 με την αύξηση των δημόσιων δαπανών σε 9 δισ. ευρώ, η μετέπειτα ανάπτυξη περιορίστηκε και ο κρατικός προϋπολογισμός για την υγεία το 2019 εκτιμάται σε περίπου 9,1 δισ. ευρώ ήτοι λίγο κάτω από το 5 % του ΑΕΠ. Επιπλέον, με τον μηχανισμό αυτόματης επιστροφής (clawback) που καθιερώθηκε για να μειωθεί η προκλητή ζήτηση προστέθηκε επιπλέον 1 % του ΑΕΠ στους δημόσιους πόρους που διατίθενται ετησίως για την υγειονομική περίθαλψη.

Αναφέρεται ακόμη ότι στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα, από το οποίο η χώρα εξήλθε τον Αύγουστο του 2018, τέθηκαν σε εφαρμογή πολιτικές για τη συγκράτηση του κόστους και τη μείωση της σπατάλης όσον αφορά τις δαπάνες. Η κυβέρνηση διατήρησε το ανώτατο όριο των δημόσιων δαπανών για την υγεία στο 6 % του ΑΕΠ ( το οποίο δεν έφτασε ποτέ) και επέβαλε περικοπές δαπανών σε ολόκληρο τον τομέα της υγείας. Ως εκ τούτου, οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία κατ’ άτομο μειώθηκαν σημαντικά — από 1.388 ευρώ το 2009 σε 820 ευρώ το 2017.

Πιο πρόσφατα, το τρέχον δημοσιονομικό πλαίσιο είναι σημαντικό, καθώς οι υποχρεώσεις που συνεχίζει να έχει η Ελλάδα μετά την έξοδό της από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής απαιτούν τη διατήρηση του πλεονάσματος του προϋπολογισμού στο 3,5 % τουλάχιστον έως το 2022. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των δημόσιων δαπανών για την υγεία θα συνεχίσει πιθανότατα να δεσμεύεται από δημοσιονομικούς περιορισμούς. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι είναι απίθανο να μειωθούν βραχυπρόθεσμα οι δαπάνες σε άμεσες ιδιωτικές πληρωμές.

Το 2010 οι δημόσιες δαπάνες για φάρμακα εξωνοσοκομειακής περίθαλψης έφτασαν στα 4,8 δισ. ευρώ και, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν οι υψηλότερες στην ΕΕ. Στη συνέχεια, σημείωσαν θεαματική πτώση —με ρυθμό που υπερέβαινε τα 700 εκατ. ευρώ ετησίως— φτάνοντας στα 2 δισ. ευρώ το 2014 και έχουν έκτοτε παραμείνει σταθερές και πιο ευθυγραμμισμένες με τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό οφείλεται στην επιβολή αυστηρών ανώτατων ορίων στις δαπάνες (1,95 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 2016-2018).

Η φαρμακευτική δαπάνη και η κατανάλωση από τους ασθενείς αποζημιούμενων φαρμάκων εξακολουθούν να υπερβαίνουν συστηματικά το ανώτατο όριο κατά περίπου ένα τρίτο, δεδομένου ότι η συνολική αξία της αυτόματης επιστροφής και της έκπτωσης για εξωνοσοκομειακά και ενδονοσοκομειακά φάρμακα ανήλθε σε 1,2 δισ. ευρώ το 2017. Να σημειώσουμε εδώ επίσης ότι με βάση το σχετικό πίνακα, η Ελλάδα δεν δαπανά για εξωνοσκομειακά φάρμακα και ιατροτεχνολογικά προϊόντα περισσότερα από το μέσο Ευρωπαίο πολίτη. Συγκεκριμένα το συγκεκριμένο ποσό κατ’ άτομο για το 2017 έφτασε τα 500 ευρώ έναντι 522 ευρώ που ήταν ο μέσος όρος της ΕΕ. Αποτελούσε δε το 31% των συνολικών δαπανών για την υγεία. Η διαφορά είναι πως η ιδιωτική συμμετοχή είναι σημαντικά μεγαλύτερη για τους Έλληνες έναντι των Ευρωπαίων.

Επίσης η έκθεση αναφέρει ότι η προώθηση των γενοσήμων και η αξιολόγηση των τεχνολογιών υγείας συνιστούν κομβικές πολιτικές ενίσχυσης της αποδοτικότητας. Για την αύξηση του μεριδίου των γενοσήμων, θεσπίστηκε το 2017 στόχος 60 % επί του μεριδίου των συνταγών για εξωνοσοκομειακά φάρμακα. Παρότι αυτό το ποσοστό συνάδει με τον μέσο όρο της ΕΕ, το 2017, ανεξάρτητα από τα πολυάριθμα μέτρα που ελήφθησαν για τη στήριξη της διείσδυσης των γενοσήμων, το μερίδιο (σε όγκο) στην Ελλάδα ήταν 27 % (αυξημένο έναντι του 18,5 % το 2012) — παραμένοντας όμως από τα χαμηλότερα στην ΕΕ.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ