Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού στην υγεία εξελίσσεται σε μία από τις πιο δομικές προκλήσεις για τα ευρωπαϊκά συστήματα περίθαλψης. Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τη ζήτηση υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα γηράσκει και το ίδιο το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με διπλή πίεση: περισσότερους ασθενείς, λιγότερους επαγγελματίες.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του World Health Organization για την ευρωπαϊκή περιφέρεια, οι ελλείψεις σε νοσηλευτές και γενικούς ιατρούς εντείνονται, ιδιαίτερα σε αγροτικές και περιφερειακές περιοχές. Παράλληλα, η κινητικότητα επαγγελματιών εντός ΕΕ δημιουργεί εσωτερικές ανισορροπίες: χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης «χάνουν» προσωπικό προς ισχυρότερες οικονομίες.
Ελλάδα: κενά σε κρίσιμες ειδικότητες
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα έχει ειδικά χαρακτηριστικά. Μετά από μία δεκαετία δημοσιονομικής προσαρμογής, το ΕΣΥ λειτουργεί με γηρασμένο προσωπικό, υψηλό φόρτο εργασίας και περιορισμένα κίνητρα παραμονής. Οι αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης και η μετανάστευση νέων γιατρών στο εξωτερικό («brain drain») έχουν αφήσει κενά σε κρίσιμες ειδικότητες. Οι προκηρύξεις θέσεων συχνά μένουν άγονες σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές.
Η συζήτηση πλέον μετατοπίζεται από τις προσλήψεις στην αναδιάρθρωση ρόλων και δεξιοτήτων: ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, αξιοποίηση νοσηλευτών με διευρυμένες αρμοδιότητες, ψηφιακά εργαλεία για αποσυμφόρηση διοικητικού έργου και επενδύσεις σε συνεχιζόμενη εκπαίδευση.
Για την Ευρώπη – και ειδικά για την Ελλάδα – η επόμενη δεκαετία θα κριθεί από το αν η πολιτική υγείας αντιμετωπίσει το ανθρώπινο δυναμικό ως στρατηγικό κεφάλαιο. Χωρίς επαρκές, εκπαιδευμένο και κίνητρα-ενισχυμένο προσωπικό, καμία μεταρρύθμιση, καμία καινοτομία και καμία χρηματοδότηση δεν μπορεί να αποδώσει.