Η χρήση αντιβιοτικών στην Ευρώπη όχι μόνο παραμένει άνιση από χώρα σε χώρα, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις κινείται εκ νέου ανοδικά, ανατρέποντας τους στόχους περιορισμού που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο επίκεντρο αυτής της εικόνας βρίσκεται η Ελλάδα, η οποία καταγράφει διαχρονικά από τα υψηλότερα επίπεδα κατανάλωσης αντιβιοτικών στην ΕΕ – μια εξέλιξη με άμεσες συνέπειες για την αντιμικροβιακή αντοχή (AMR).
Σύμφωνα με τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία του European Centre for Disease Prevention and Control, ο μέσος όρος κατανάλωσης αντιβιοτικών στην ΕΕ το 2024 ανήλθε σε 20,3 ημερήσιες δόσεις ανά 1.000 κατοίκους. Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά 2% σε σχέση με το 2019 και απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό στόχο των 15,9 δόσεων έως το 2030.
Η εικόνα όμως διαφοροποιείται έντονα ανά χώρα. Στον αντίποδα της χαμηλής κατανάλωσης βρίσκεται η Ολλανδία με 9,8 ημερήσιες δόσεις, ενώ η Ελλάδα καταγράφει 29,9 – το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη. Πρόκειται για διαφορά που δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε επιδημιολογικούς παράγοντες, αλλά αντανακλά βαθύτερα δομικά χαρακτηριστικά των συστημάτων υγείας και της ιατρικής πρακτικής.
Η αντιμικροβιακή αντοχή, δηλαδή η ικανότητα βακτηρίων και άλλων παθογόνων να «ξεφεύγουν» από τη δράση των φαρμάκων, αποτελεί πλέον μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Υπολογίζεται ότι προκαλεί πάνω από 35.000 θανάτους ετησίως στην ΕΕ, καθώς και στην Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία. Η υπερβολική ή ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών θεωρείται βασικός επιταχυντής του φαινομένου.
Το 2023, το Συμβούλιο της ΕΕ κάλεσε τα κράτη-μέλη να μειώσουν τη συνολική χρήση αντιβιοτικών και να διασφαλίσουν ότι τουλάχιστον το 65% αφορά θεραπείες πρώτης γραμμής. Ωστόσο, όπως προειδοποίησε πρόσφατα το ECDC, κανένας από τους δύο στόχους δεν έχει επιτευχθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Όπως εξηγεί η Evelyne Jouvin Marche, συντονίστρια έρευνας για την αντοχή στα αντιβιοτικά στο Inserm, οι επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες συχνά αργούν να φτάσουν στην καθημερινή κλινική πράξη. «Η εφαρμογή από χώρα σε χώρα δεν είναι ακριβώς η ίδια», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι η εναρμόνιση πολιτικών και πρακτικών απαιτεί χρόνο, εκπαίδευση και συνεχή παρακολούθηση.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι από το 2020 και μετά η χρήση αντιβιοτικών αυξήθηκε σε πολλές χώρες – μεταξύ αυτών η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία. Η τάση αυτή αποδίδεται εν μέρει στη μεταπανδημική πίεση στα συστήματα υγείας, αλλά και στην ευρύτερη γήρανση του πληθυσμού, που αυξάνει την ευαλωτότητα σε λοιμώξεις.
Για την Ελλάδα, οι ειδικοί επισημαίνουν την ανάγκη αυστηρότερης εφαρμογής διαγνωστικών πρωτοκόλλων, ενίσχυσης των προγραμμάτων επιτήρησης και περιορισμού της συνταγογράφησης «προληπτικά». Παράλληλα, κρίσιμος θεωρείται και ο ρόλος των πολιτών: η σωστή λήψη ολόκληρης της συνταγογραφημένης αγωγής και η αποφυγή αποθήκευσης αντιβιοτικών για μελλοντική χρήση αποτελούν απλές αλλά ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Η μάχη κατά της αντιμικροβιακής αντοχής δεν είναι μόνο ιατρική ή κανονιστική. Είναι βαθιά κοινωνική – και για χώρες όπως η Ελλάδα, παραμένει ανοιχτό στοίχημα δημόσιας υγείας με ευρωπαϊκή διάσταση.