De facto καταγγελία των συμβάσεων από τα διαγνωστικά και τα εργαστήρια

Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός ζητά την τοποθέτηση των κομμάτων στην κινητοποίηση για το clawback και προειδοποιεί τους ασθενείς ότι δεν θα τους επιστραφούν χρήματα από τον ΕΟΠΥΥ

Στην de facto καταγγελία των συμβάσεων με τον ΕΟΠΥΥ οδηγεί ο νέος τρόπος κινητοποίησης που επέλεξαν οι εκπρόσωποι του συντονιστικού οργάνου των φορέων πρωτοβάθμιας περίθαλψης, επισημαίνει ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, ζητώντας παράλληλα την τοποθέτηση των κομμάτων επί του θέματος.

Στο μεταξύ όμως, ο υπουργός προειδοποιεί τους ασθενείς ότι δεν θα εισπράξουν τα χρήματά τους από τον ΕΟΠΥΥ, καθώς δεν προβλέπεται σχετική διαδικασία παρά μόνο για τα οπτικά είδη και τις θεραπείες ειδικής αγωγής.

Προκειμένου να προφυλαχθούν οι ασθενείς από πρόσθετες επιβαρύνσεις, ο υπουργός τους προτρέπει να κάνουν χρήση των δημόσιων δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης, καθώς και των απογευματινών εργαστηρίων των νοσοκομείων, στα οποία έχουν πρόσβαση μέσω του ΕΟΠΥΥ, χωρίς κόστος.

Σχετικές δηλώσεις έκανε χθες το απόγευμα ο υπουργός στην ΕΡΤ, επισημαίνοντας πως από την πορεία της διαπραγμάτευσης με το υπουργείο και την τελική έκβαση της κινητοποίησης, διαφαίνεται ότι υπερίσχυσε η «σκληρή γραμμή» των μεγάλων διαγνωστικών κέντρων που στοχεύουν στην επαναδιανομή της «πίτας» της αγοράς, εις βάρος των μικρών εργαστηρίων, παρότι η πρόταση του υπουργείου κάλυπτε τα αιτήματα του κλάδου με τις υπάρχουσες δυνατότητες.

Εξήγησε, ότι η συγκεκριμένη πρόταση θα μπορούσε να εφαρμοστεί άμεσα με υπουργική απόφαση, ενώ η προτεινόμενη διευθέτηση απαιτούσε νομοθετική ρύθμιση η οποία λόγω της προεκλογικής περιόδου είναι αδύνατον να υλοποιηθεί.

Πρόβλημα τουλάχιστον επταετίας

Σημείωσε ότι η κινητοποίηση είχε ως στόχο να πιεστεί το Υπουργείο Υγείας για να δώσει μία λύση -υποτίθεται- σε ένα διαχρονικό πρόβλημα. Υπενθύμισε ότι αυτή η ρύθμιση για τους κλειστούς προϋπολογισμούς και την υποχρεωτική επιστροφή των ποσών που υπερβαίνουν το προκαθορισμένο όριο, έχει νομοθετηθεί από το 2012. «Είναι ένα πρόβλημα που σοβεί εδώ και πάνω από 7 χρόνια στο χώρο της υγείας. Δεν είναι ένα πρόβλημα το οποίο προέκυψε χθες», δήλωσε.
Αναγνώρισε παράλληλα, ότι τη μεγαλύτερη πίεση δέχονται τα μικρά εργαστήρια και οι ελευθεροεπαγγελματίες εργαστηριακοί γιατροί, σε αντιδιαστολή με τις αλυσίδες διαγνωστικών οι οποίες συμμετέχουν περισσότερο στην υπέρβαση της δαπάνης.

Υπενθύμισε ότι το 2014 ο προϋπολογισμός, δηλαδή το όριο δαπάνης για τα διαγνωστικά ήταν 328 εκατ. ευρώ. Το 2018 ήταν 357 εκατ. ευρώ. Το 2019, δόθηκε ήδη προσαύξηση 9 εκ. ευρώ και έφτασε τα 366 εκατ. ευρώ. Και πάνω στο ποσό αυτό, με τη νέα πρόταση προστέθηκαν άλλα 30 εκ. ευρώ, παρέχοντας μια ενίσχυση της τάξης του 10% επί της αρχικής προϋπολογισθείσας δαπάνης, προκειμένου να μπορέσουν να καλυφθούν οι ασθενείς, καθώς το δημόσιο σύστημα υγείας δεν επαρκεί να καλύψει το σύνολο των αναγκών των ασθενών.

Όμως πρόσθεσε ότι το αίτημα από την πλευρά των εργαστηριακών, των διαγνωστικών κέντρων και των διαγνωστικών εργαστηρίων ήταν να υπάρξει προσαύξηση στον προϋπολογισμό του 2018.

«Εξηγήσαμε στους εκπροσώπους τους ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί αυτή την περίοδο διότι και να υπήρχαν τα χρήματα χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση. Και η Βουλή είναι γνωστό ότι είναι κλειστή άρα δεν είναι δυνατόν σε μια προεκλογική περίοδο να αντιμετωπιστεί ως αίτημα αιχμής μια τέτοια διεκδίκηση«, είπε ο κ. Ξανθός, χαρακτηριστικά.

Και συνέχισε παραθέτοντας την πρόταση αναμόρφωσης του clawback για το 2018, με την οποία προστατεύεται και επιβαρύνεται πολύ λιγότερο πάνω από το 70% των εργαστηρίων και διαγνωστικών κέντρων, ιδίως των μικρών και μεσαίων εργαστηρίων τα οποία όντως είναι στο όριο της επιβίωσης.

Επεσήμανε ακόμη ότι επιπρόσθετα, υπήρξε η διαβεβαίωση ότι θα προωθηθεί σε συνεννόηση με τον ΕΦΚΑ ένα υπόλοιπο οφειλής από πριν τη δημιουργία του ΕΟΠΥΥ, από τα χρέη των ασφαλιστικών ταμείων μέχρι το 2011 και επίσης υπήρξε η διαβεβαίωση της επιτάχυνσης της ενσωμάτωσης στο σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης διαγνωστικών πρωτοκόλλων και κατευθυντήριων οδηγιών, για ορθολογική συνταγογράφηση και να μην υπάρχει προκλητή ζήτηση εξετάσεων που οδηγούν μαθηματικά στην υπέρβαση της δαπάνης.

«Σκληρή γραμμή»

«Διαφάνηκε λοιπόν ότι υπάρχει μια διάθεση ενός συμβιβασμού και μας υπαναχώρησης από την αρχική σκληρή στάση την οποία είχε κρατήσει μέχρι τώρα το συντονιστικό όλων των διαγνωστικών εργαστηρίων.

Αυτή ήταν η αίσθησή μας με τη μοναδική εξαίρεση του εκπροσώπου των μεγάλων διαγνωστικών κέντρων ο οποίος από εχθές άρχισε να ναρκοθετεί αυτή τη λύση και να στέλνει μια τροχιοδεικτική βολή ότι δεν θα υπάρξει υποχώρηση και θα παραμείνουμε σε μια σκληρή γραμμή.

Φαίνεται ότι τα μεγάλα διαγνωστικά κέντρα και οι εκπρόσωποί τους κατάφεραν να επιβάλουν αυτή τη γραμμή και κατά την άποψή μου αυτή είναι μια γραμμή η οποία και αδιέξοδη είναι διότι δεν μπορούν να υπάρξουν λύσεις μέσα σε τόσο ασφυκτικό περιθώριο πολιτικό μέσα σε προεκλογική περίοδο και χωρίς τη δυνατότητα αναπροσαρμογών σε παρελθόντα προϋπολογισμό», σημείωσε ο υπουργός.

Στη συνέχεια υπογράμμισε ότι η νέα μορφή κινητοποίησης, σαφέστατα έχει κοινωνικό κόστος και οδηγεί σε μια επιβάρυνση των ασθενών. Τη χαρακτήρισε ως «εντελώς παράνομη», καθώς «δεν προβλέπεται» η διαδικασία να πληρώνει ο ασθενής και να ζητά στη συνέχεια τα χρήματα από τον ΕΟΠΥΥ. «Η σύμβαση, την οποία έχουν συνυπογράψει τα εργαστήρια με τον ΕΟΠΥΥ δεν προβλέπει, πέραν της θεσμοθετημένης συμμετοχής του 15% καμία άλλη επιβάρυνση του ασθενή», είπε χαρακτηριστικά.

Προεκλογική κινητοποίηση

Πρόσθεσε ότι «Αυτό, λοιπόν, μοιραία και με μαθηματική ακρίβεια, οδηγεί στην de facto καταγγελία των συμβάσεων. Και από αυτήν την εξέλιξη είναι προφανές ότι δεν ευνοούνται ούτε οι ασθενείς, αλλά ούτε και η πλειονότητα των μικρών και μεσαίων εργαστήριων».

Και συμπλήρωσε: «δεν έχουμε συνηθίσει σε προεκλογικές περιόδους, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια στη χώρα, δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο μιας τόσο ακραίας κινητοποίησης σε προεκλογική περίοδο.

Αυτό νομίζω ότι πρέπει να σταθμιστεί, να προβληματιστούν οι πάντες. Και βεβαίως και οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να τοποθετηθούν πάνω στο θέμα το οποίο έχει προκύψει.

Διακρίνω μία προσπάθεια να προωθηθούν συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία προσβλέπουν σε μία αναδιανομή της πίτας των διαγνωστικών εργαστηρίων.
Νομίζω ότι αυτό είναι στο πίσω μέρος αυτής της οξείας αντιπαράθεσης και της μεγάλης σύγκρουσης η οποία είναι σε εξέλιξη αυτές τις μέρες».

Μέτρα

Στη συνέχεια, ο υπουργός σημείωσε πως στόχος αυτές τις μέρες είναι να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ασθενών στις δημόσιες δομές.

«Έχουμε ήδη ξεκινήσει μία συνεννόηση με τις Υγειονομικές περιφέρειες και με τις διοικήσεις των νοσοκομείων, να διευκολύνουν την δυνατότητα να πραγματοποιούνται εκτός ραντεβού εργαστηριακές εξετάσεις είτε στα νοσοκομεία είτε στις δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, δηλαδή, στα Κέντρα Υγείας αγροτικού και αστικού τύπου.

Στην Αθήνα, υπάρχει ένα σύστημα, όπου πάνω από 20 δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, που ανήκουν στην 1η Υγειονομική Περιφέρεια, σε καθημερινή βάση μπορούν να παίρνουν αίμα, να γίνονται αιμοληψίες και στη συνέχεια, οι εξετάσεις που δεν μπορούν να διενεργηθούν στη δομή την περιφερειακή, να διενεργούνται στο κεντρικό διαγνωστικό εργαστήριο, το οποίο έχει πάρα πολύ μεγάλη δυνατότητα εξυπηρέτησης.

Αυτήν τη δυνατότητα θα την επαυξήσουμε στο αμέσως επόμενο διάστημα, με στόχο να διευκολύνουμε όσους πολίτες θέλουν αυτή την περίοδο να εξυπηρετηθούν δωρεάν από το ΕΣΥ, να το πραγματοποιήσουν χωρίς ταλαιπωρία και χωρίς οικονομική επιβάρυνση«.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ