Μία στις 20 γυναίκες παγκοσμίως διαγιγνώσκεται με καρκίνο του μαστού, ενώ εκτιμάται ότι 1 στις 70 κινδυνεύει να χάσει τη ζωή της από τη νόσο.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature Medicine», ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τον συχνότερα διαγνωσμένο καρκίνο και την κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες. Κάθε λεπτό, τέσσερις γυναίκες σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν αυτή τη διάγνωση, ενώ μία χάνει τη ζωή της.
Το 2021, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εγκαινίασε την Παγκόσμια Πρωτοβουλία για τον Καρκίνο του Μαστού (GBCI), θέτοντας ως στόχο τη μείωση της θνησιμότητας από τη νόσο κατά 2,5% ετησίως.
Ανισότητες στην κατανομή των περιστατικών
Αναλύοντας δεδομένα από 185 χώρες, οι ερευνητές κατέγραψαν 2,3 εκατομμύρια νέα περιστατικά και 670.000 θανάτους από καρκίνο του μαστού μέσα στο 2022. Ωστόσο, η εξάπλωση της νόσου δεν είναι ομοιόμορφη. Σε χώρες με υψηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (HDI), τα ποσοστά εμφάνισης είναι αυξημένα, ενώ σε χώρες με χαμηλότερο HDI, οι διαγνωσθείσες γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου.
Ενδεικτικά, ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου είναι υψηλότερος στη Γαλλία (1 στις 9) και τη Βόρεια Αμερική (1 στις 10), ενώ τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας καταγράφονται στα Φίτζι (1 στις 24) και την Αφρική (1 στις 47).
Προβλέψεις για αύξηση της θνησιμότητας έως το 2050
Εξετάζοντας τα δεδομένα θνησιμότητας από 46 χώρες σε διάστημα δέκα ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αν και σε 30 χώρες η θνησιμότητα μειώνεται, μόνο επτά χώρες –Μάλτα, Δανία, Βέλγιο, Ελβετία, Λιθουανία, Ολλανδία και Σλοβενία– επιτυγχάνουν τον στόχο του ΠΟΥ για μείωση 2,5% ετησίως.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέχρι το 2050, τα περιστατικά καρκίνου του μαστού θα αυξηθούν κατά 38% και οι θάνατοι κατά 68%, επηρεάζοντας κυρίως χώρες με χαμηλότερο HDI. Συγκεκριμένα, αναμένεται να φτάσουν τα 3,2 εκατομμύρια νέα περιστατικά και τα 1,1 εκατομμύρια θανάτους ετησίως.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι εκτιμήσεις αυτές ενδέχεται να μην είναι απόλυτα ακριβείς, λόγω ελλιπών δεδομένων από χώρες με χαμηλό HDI. Παρόλα αυτά, υπογραμμίζουν την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομικές υπηρεσίες. Η επένδυση στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση των ανισοτήτων και τη βελτίωση της επιβίωσης από τη νόσο σε παγκόσμιο επίπεδο.