Σημαντικές ενστάσεις και έντονη ανησυχία εκφράζει ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) με επιστολή του προς την Πολιτεία, με αφορμή το πρόσφατο ΦΕΚ για το επενδυτικό clawback της περιόδου 2026–2027. Στην επιστολή, που εστάλη στις 9 Απριλίου 2026, ο ΣΦΕΕ υποστηρίζει ότι βασικές προτάσεις του κλάδου αγνοήθηκαν πλήρως, γεγονός που ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες για τις κλινικές μελέτες, την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες και την ευρύτερη οικονομία.
Αποκλεισμοί που περιορίζουν τις επενδύσεις
Ένα από τα βασικά ζητήματα που επισημαίνονται αφορά τους δικαιούχους του μέτρου. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνο μητρικές εταιρείες που καταβάλλουν clawback, αποκλείοντας ουσιαστικά πολυεθνικές εταιρείες με παρουσία στην Ελλάδα μέσω υποκαταστημάτων.
Ο ΣΦΕΕ τονίζει ότι η εξέλιξη αυτή παραβλέπει μια κρίσιμη πραγματικότητα: η ανάπτυξη νέων φαρμάκων πραγματοποιείται σχεδόν αποκλειστικά από διεθνείς φαρμακευτικές εταιρείες. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης.
Έλλειψη σαφούς κατανομής πόρων
Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο αφορά την απουσία διαχωρισμού μεταξύ των κονδυλίων που προορίζονται για έργα Έρευνας & Ανάπτυξης και εκείνων που αφορούν γενικότερα επενδυτικά σχέδια.
Η έλλειψη αυτής της διάκρισης, σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, αγνοεί την πολυπλοκότητα και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις των κλινικών μελετών, οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα της φαρμακευτικής καινοτομίας.
Ανεφάρμοστα χρονοδιαγράμματα για κλινικές μελέτες
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στους όρους υλοποίησης των έργων. Το ισχύον πλαίσιο απαιτεί την ολοκλήρωση τουλάχιστον του 70% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου έως το 2028.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, οι κλινικές μελέτες έχουν διάρκεια που συχνά ξεπερνά τα 3–4 χρόνια, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας πραγματοποιείται στα τελικά στάδια τους, όταν αυξάνεται η συμμετοχή των ασθενών. Αυτό καθιστά τις προβλεπόμενες προθεσμίες πρακτικά μη ρεαλιστικές.
Οι επιπτώσεις για ασθενείς και σύστημα υγείας
Ο ΣΦΕΕ υπογραμμίζει ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις επιχειρήσεις. Αντίθετα, το μεγαλύτερο κόστος ενδέχεται να το επωμιστούν οι ασθενείς.
Οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν τις κλινικές μελέτες σε άλλες χώρες χωρίς να επηρεαστεί ο συνολικός σχεδιασμός τους. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες ασθενείς ενδέχεται να χάσουν την ευκαιρία πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες πολλά χρόνια πριν αυτές κυκλοφορήσουν στην αγορά — συχνά με καθυστέρηση 8 έως 10 ετών.
Παράλληλα, το σύστημα υγείας στερείται τη δυνατότητα παροχής ακριβών θεραπειών χωρίς κόστος, μέσω της συμμετοχής ασθενών σε κλινικές μελέτες.
Οικονομικές απώλειες και χαμένες θέσεις εργασίας
Πέρα από τη δημόσια υγεία, η επιστολή αναδεικνύει και τις ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Η περιορισμένη προσέλκυση κλινικών μελετών συνεπάγεται:
- απώλεια επενδυτικών κεφαλαίων
- μείωση δημιουργίας θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης
- περιορισμό ευκαιριών για νέους επιστήμονες
Όπως σημειώνεται, οι θέσεις αυτές είναι συνήθως υψηλά αμειβόμενες και συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας.