Με ευρεία πλειοψηφία ενέκρινε η Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας που αφορά τη συνεργασία της Ελλάδας με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) για την αντιμετώπιση της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας. Η ψήφισή του συνοδεύτηκε από έντονη πολιτική αντιπαράθεση, με αιχμές για τον ρόλο του ΠΟΥ, το κόστος της συμφωνίας και το θεσμικό της αποτύπωμα.
Το σχέδιο νόμου προβλέπει την εφάπαξ καταβολή 80.000 ευρώ στον ΠΟΥ, ώστε ο Οργανισμός να παράσχει εξειδικευμένες υπηρεσίες και να εκδώσει από την Ελλάδα τις παγκόσμιες κατευθυντήριες οδηγίες για την ολοκληρωμένη διαχείριση της παχυσαρκίας.
Υπέρ του νομοσχεδίου τάχθηκαν η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Κατά ψήφισαν το ΚΚΕ, η Ελληνική Λύση και η Νίκη, ενώ με «παρών» τοποθετήθηκαν η Νέα Αριστερά και η Πλεύση Ελευθερίας. Κατά τη συζήτηση, η Αντιπολίτευση εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για τον χαρακτήρα της συμφωνίας, με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας να υπερασπίζεται τη στρατηγική της σημασία.
Οι ενστάσεις της Αντιπολίτευσης
Ο Νίκος Καραθανασόπουλος από το ΚΚΕ υποστήριξε ότι η παιδική παχυσαρκία αποτελεί πρωτίστως κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα, συνδεδεμένο με τη φτώχεια, τον υποσιτισμό και τις συνθήκες ζωής, και όχι αποκλειστικά ιατρικό ζήτημα. Τόνισε ότι χωρίς την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν επαρκούν για ουσιαστικές λύσεις.
Η Μαρία Αθανασίου από την Ελληνική Λύση εξέφρασε ερωτήματα για τον ρόλο και το ακριβές περιεχόμενο της συνεισφοράς του ΠΟΥ, ενώ η Μερόπη Τζούφη από τη Νέα Αριστερά επεσήμανε ότι η διεθνής συνεργασία δεν μπορεί να υποκαθιστά μια ολοκληρωμένη εθνική πολιτική, συνδέοντας το φαινόμενο με την αύξηση της παιδικής φτώχειας.
Ο Σπύρος Τσιρώνης από τη Νίκη χαρακτήρισε αντιφατική την κύρωση της συμφωνίας, αποδίδοντας στον ΠΟΥ ευθύνες για προηγούμενες πολιτικές που, όπως υποστήριξε, συνέβαλαν στη διεύρυνση του προβλήματος. Από την Πλεύση Ελευθερίας, ο Σπύρος Μπιμπίλας έθεσε ζήτημα χρονισμού, αναφερόμενος στη χρηματοδοτική πίεση που αντιμετωπίζει ο Οργανισμός μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ.
Η απάντηση Γεωργιάδη
Απαντώντας στις επικρίσεις, ο Υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί «χρηματοδότησης» του ΠΟΥ, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για εφάπαξ και περιορισμένη καταβολή. Υπενθύμισε ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός του ΠΟΥ ανέρχεται σε 6,83 δισ. δολάρια, σημειώνοντας ότι το ποσό δεν μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη εξάρτησης ή διαπλοκής.
Όπως ανέφερε, η συμφωνία εξασφαλίζει στη χώρα τη συνεργασία με έναν κορυφαίο διεθνή οργανισμό και την έκδοση από την Ελλάδα των παγκόσμιων κατευθυντήριων οδηγιών για την παχυσαρκία. «Το ότι οι οδηγίες αυτές θα φέρουν την ένδειξη “Ελλάδα” είναι λόγος εθνικής υπερηφάνειας», τόνισε.
Αγαπηδάκη: Μετρήσιμα αποτελέσματα και εθνική παρακαταθήκη
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη σημείωσε ότι η συζήτηση πρέπει να επικεντρώνεται στις λύσεις και όχι μόνο στη διαπίστωση του προβλήματος. Παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν σταθερή αύξηση της παχυσαρκίας από τη δεκαετία του 1980, με ιδιαίτερα ανησυχητικές τάσεις σε παιδιά και εφήβους.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, το ποσοστό παχυσαρκίας στους ενήλικες αυξήθηκε από 17,5% το 2002 σε 32,1% το 2019. Παράλληλα, τα πρώτα αποτελέσματα της εθνικής πολιτικής κρίνονται θετικά, καθώς περισσότερες από 1.000 οικογένειες έχουν λάβει δωρεάν διατροφική, ψυχολογική και συμβουλευτική υποστήριξη, με μείωση του Δείκτη Μάζας Σώματος στα παιδιά σε ποσοστό άνω του 80%.
Η κ. Αγαπηδάκη τόνισε ότι η Ελλάδα συμμετέχει ως θεσμικός εταίρος του ΠΟΥ και όχι ως χρηματοδότης, υπογραμμίζοντας ότι οι πολιτικές πρόληψης που εφαρμόζονται έχουν ήδη τύχει διεθνούς αναγνώρισης. Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια εθνική παρακαταθήκη που ξεπερνά τις κομματικές αντιπαραθέσεις και αφορά άμεσα τη δημόσια υγεία και το μέλλον των επόμενων γενεών.