Τη βάση «πιάνει» το ΕΣΥ στην πρόσβαση, καινοτομία, ποιότητα και σταθερότητα

Στη 18η θέση η Ελλάδα με 50/100 μεταξύ των 28 Ευρωπαϊκών κρατών - Καταστροφικές οι δαπάνες στα μισά νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν καρκίνο του μαστού

Στη 18η θέση του Δείκτη Βιωσιμότητας Future Proofing Healthcare βρίσκεται η Ελλάδα με βαθμολογία 50/100, έναντι του 55/100 της μέσης βαθμολογίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αναλύοντας τα επιμέρους στοιχεία του Δείκτη, η χώρα μας καταλαμβάνει την 9η θέση ως προς το επίπεδο υγείας του πληθυσμού, την 11η θέση ως προς την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, τη 19η θέση στην ποιότητα των υπηρεσιών, την 22η θέση στην καινοτομία και την 24η θέση στη σταθερότητα, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη εστίαση στην μελέτη και αξιοποίηση δεδομένων.

Και αυτό γιατί η αξιοποίηση δεδομένων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη σταθερών, ορθολογικά τεκμηριωμένων, βιώσιμων συστημάτων υγείας. Όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία, οι αποφάσεις που βασίζονται στην ανάλυση δεδομένων μπορούν να θωρακίσουν τα συστήματα υγείας, ώστε να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Στην κατεύθυνση αυτή ξεκίνησε η πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία Future Proofing Healthcare, με την υποστήριξη της Roche, με σκοπό να συμβάλει στη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών υγείας, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης επίσημων, δημοσιευμένων στοιχείων, τα οποία συμβάλλουν στην ανάδειξη καλών πρακτικών και στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων.

Αντίστοιχα, ο Δείκτης Βιωσιμότητας Future Proofing Healthcare δημιουργήθηκε με την καθοδήγηση ενός ανεξάρτητου πάνελ Ευρωπαίων ειδικών στον τομέα της υγείας και αποτυπώνει τις επιδόσεις των χωρών-μελών με βάση πέντε ζωτικούς παράγοντες, οι οποίοι επιδρούν στη διαμόρφωση βιώσιμων συστημάτων υγείας: Πρόσβαση, Επίπεδο Υγείας, Καινοτομία, Ποιότητα και Σταθερότητα.

Τις υψηλότερες επιδόσεις ως προς τη βιωσιμότητα παρουσιάζουν τα συστήματα υγείας της Βόρειας Ευρώπης, (Σουηδία, Δανία, Ολλανδία, Φινλανδία και Γερμανία), ωστόσο υπάρχουν σημαντικές περιφερειακές ανισότητες σε όλη την Ε.Ε. με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης να καταλαμβάνουν τις χαμηλότερες θέσεις της κατάταξης.

Τους στόχους της πρωτοβουλίας Future Proofing Healthcare καθώς και τα δεδομένα του Δείκτη Βιωσιμότητας παρουσίασαν σε συνέντευξη Τύπου οι Bogi Eliasen, Futurist and Special Advisor on Future of Health, Head of Denmark Unit UNESCO Chair in Bioethics, Ελπίδα Πάβη, Καθηγήτρια Οικονομικών της Υγείας στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας και Ξένια Καπόρη, Διευθύντρια Εξωτερικών Υποθέσεων της Roche Hellas.

Σύμφωνα με τον κ. Eliasen, «οι αποφάσεις για την υγεία και τα συστήματα υγείας οφείλουν να βασίζονται σε δεδομένα. Η συλλογή και αξιοποίηση δεδομένων είναι αναγκαία προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο φροντίδας των ασθενών και η ποιότητα ζωής των πολιτών. Με βάση τα στοιχεία, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα εστιάζει περισσότερο στο υγειονομικό υλικό και λιγότερο στους επαγγελματίες υγείας, στους ασθενείς και στη μελέτη των δεδομένων με σκοπό τη διασφάλιση αποτελεσματικών υπηρεσιών υγείας στο μέλλον. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι σημαντικό να ξεκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος σήμερα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έγκαιρα οι προκλήσεις του μέλλοντος».

Καρκίνος μαστού

Ο επιμέρους δείκτης για τον καρκίνο του μαστού κατατάσσει τη χώρα μας στην 25η θέση από τις 28 χώρες της Ε.Ε., όπου την πρώτη θέση κατέχουν από κοινού το Βέλγιο και η Σουηδία. Η χώρα μας βρίσκεται στην 13η θέση, όσον αφορά στην πρόληψη και διάγνωση, στην 27η θέση στη θεραπεία, στην 20η θέση ως προς τα αποτελέσματα και το ποσοστό επιβίωσης, στην 3η θέση ως προς την εστίαση στον ασθενή και στην 28η θέση ως προς την παρηγορητική φροντίδα.

Για τα αποτελέσματα, η κ. Πάβη ανέφερε από την πλευρά της: «Αν θέλουμε να θωρακίσουμε την αξία της φροντίδας υγείας στο μέλλον, θα πρέπει οι αποφάσεις που λαμβάνουμε σήμερα να στηρίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία. Εργαλεία, όπως ο Δείκτης Βιωσιμότητας και ο Δείκτης για τον Καρκίνο του Μαστού, τα οποία επιτρέπουν τη συγκριτική αξιολόγηση των συστημάτων υγείας, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον εντοπισμό των σημείων, όπου απαιτείται παρέμβαση. Ειδικά όσον αφορά στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, είναι προφανές ότι υπάρχει ανάγκη βελτίωσης των επιδόσεων της χώρας μας, μέσω παρεμβάσεων όπως η δημιουργία μητρώου καρκίνου, η έμφαση στην οργανωμένη πρόληψη, αλλά και η ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών για την ψυχολογική υποστήριξη και την ανακουφιστική φροντίδα των ασθενών».

Η Roche Hellas έχει αναλάβει πρωτοβουλίες συλλογής στοιχείων σε τοπικό επίπεδο, με σκοπό να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής υγείας. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η έρευνα το «Ταξίδι των γυναικών με καρκίνο του μαστού», που πραγματοποιήθηκε από τον Τομέα Οικονομικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, σε συνεργασία με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Γυναικών με Καρκίνο Μαστού «Άλμα Ζωής».

Ο Δείκτης Βιωσιμότητας για την Ελλάδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη, στη χώρα μας:

• Εκτός του υψηλού αριθμού των επαγγελματιών υγείας, υπάρχει ευρεία διαθεσιμότητα ιατρικής τεχνολογίας (βαθμολογία 9/ 10), χειρουργικών αιθουσών σε νοσοκομεία (7/10) και πρόσβαση σε ακτινοθεραπείες (7/10).

• Περιθώρια βελτίωσης εντοπίζονται όσον αφορά στην πρόσβαση στον προγεννητικό και περιγεννητικό έλεγχο και τον αριθμό των νοσοκόμων και μαιών, όπου η Ελλάδα λαμβάνει βαθμολογία 2/ 10 και 1/ 10, αντίστοιχα.

• Ενώ η Ελλάδα σημειώνει ικανοποιητικές επιδόσεις όσον αφορά στην υγεία, οι χαμηλές βαθμολογίες όσον αφορά στην ευρύτερη ικανοποίηση από τη ζωή (5/ 10) και την ευτυχία (2 /10) τοποθετούν τη χώρα συνολικά στο μέσο της κατάταξης.

Το κυριότερο πρόβλημα σε σχέση με την υγεία είναι ο αριθμός των ατόμων που κατά την αντίληψή τους αντιμετωπίζουν μακροχρόνιους περιορισμούς, εξαιτίας προβλημάτων υγείας (βαθμολογία 1/ 10).

• Η χαμηλή κατά κεφαλήν δαπάνη για την υγεία (2 / 10) αποτελεί ένα από τα σημεία προβληματισμού, όσον αφορά στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας και στην πρόσβαση των ασθενών σε υπηρεσίες υγείας.

• Το ηλικιακό προφίλ δυναμικού των επαγγελματιών υγείας αποτελεί επίσης σημείο προβληματισμού. Η χώρα διαθέτει σε αναλογία, χαμηλότερη του μέσου όρου, ιατρούς ηλικίας κάτω των 35 ετών (βαθμολογία 4 / 10), αποφοίτους ιατρικών σχολών (1 / 10) και νοσηλευτές (2 / 10).

• Η κατανάλωση προϊόντων καπνού (1 / 10) είναι υψηλή με αντίστροφα αποτελέσματα στην υγεία του πληθυσμού τώρα και στο μέλλον. Αντίθετα, είναι σχετικά χαμηλή η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοόλ (6 / 10).

• Η Ελλάδα έχει μια από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ε.Ε. ως προς το προσδόκιμο ζωής (8 στα 10), επίδοση που αντικατοπτρίζεται στο χαμηλό αριθμό θανάτων από καρδιαγγειακές νόσους (9 / 10), από χρόνιες νόσους και μη μεταδιδόμενες ασθένειες (8 / 10) και καρκίνο (7 / 10).

• Η εμβολιαστική κάλυψη είναι μια από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως μεταξύ των βρεφών ενάντια στην ιλαρά (9 / 10) και μεταξύ των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, ενάντια στον ιό της γρίπης (7 / 10).

• Διατηρεί επίσης ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εμφάνισης διαβήτη στην Ε.Ε. (9 / 10).

Δείκτης Καρκίνου Μαστού

 

Ο Δείκτης για τον καρκίνο του μαστού, κατατάσσει την χώρα μας ως εξής:
• Εκβάσεις υγείας και επιβίωση: 20η θέση
Παρηγορητική φροντίδα: 28η θέση
Δαπάνη για τον καρκίνο του μαστού, ανά άτομο (γενικός πληθυσμός): 2η θέση
• Ποιότητα των μητρώων καρκίνου, με βάση τον πληθυσμό: 27η θέση
• Πρόσβαση σε ιατρούς ειδικοτήτων χωρίς παραπομπή από γενικό ιατρό: 4η θέση
Εξειδικευμένες μονάδες μαστού: 23η θέση
• Αριθμός ογκολόγων (κατά κεφαλήν): 15η θέση
• Αριθμός ακτινοθεραπευτών (κατά κεφαλήν): 1η θέση
Χρόνος αναμονής για αξονική τομογραφία: 13η θέση
• Βαθμός ικανοποίησης της ανάγκης για ακτινοθεραπεία: 9η θέση

 

Το Ταξίδι των γυναικών με καρκίνο του μαστού

 

Από τα στοιχεία της σχετικής έρευνας για τη διαδρομή των γυναικών με καρκίνο μαστού στο σύστημα υγείας, διαπιστώθηκαν τα εξής:

1. Οι γυναίκες αναφέρουν σε ποσοστό 30,8% εμπόδια στην πρόσβαση σε γιατρό, και σε προσυμπτωματικό έλεγχο σε ποσοστό 26,5% με κύριους λόγους «πολύ απασχολημένη», «αμέλεια», «κόστος». Το 69,3% εντόπισαν ένα σύμπτωμα (κυρίως ψηλάφησαν όγκο στο στήθος), το οποίο τις έκανε να απευθυνθούν σε γιατρό, ενώ το 30,7% εντόπισε κάποιο πρόβλημα στον προληπτικό έλεγχο.

2. Τα κυριότερα εμπόδια πρόσβασης σε γιατρό:
• Λίστα αναμονής για ραντεβού (17,1%)
• Δεν υπήρχε η ειδικότητα στον τόπο διαμονής (14,7%)
• Η υπηρεσία υγείας ήταν σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο κατοικίας (12,3%)

3. Το 49,8% των ασθενών με καρκίνο του μαστού αναζήτησαν ψυχολογική υποστήριξη (κυρίως από συλλόγους ασθενών και ιδιώτες γιατρούς)

4. Οι ασθενείς επισκέπτονται κατά μέσο όρο 2,9 γιατρούς (γυναικολόγο ή χειρουργό) μέχρι την επιβεβαίωση της διάγνωσης και 1,8 χειρουργούς για να επιλέξουν τον χειρουργό τους. Από την πρώτη επίσκεψη σε γιατρό μέχρι την παραπομπή για διερεύνηση πιθανότητας καρκίνου μεσολαβούν κατά μέσο όρο 18 ημέρες. Το 21% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να είχαν απευθυνθεί νωρίτερα σε γιατρό. Αποδίδουν την καθυστέρηση σε ψυχολογική άρνηση, άλλες υποχρεώσεις ή και φόβο.

5. Τις δαπάνες θεραπείας καλύπτουν κατά κύριο λόγο τα ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και οι ίδιες οι ασθενείς με ιδιωτικές πληρωμές. Σε ποσοστό 91,4% χρησιμοποιούν το ασφαλιστικό τους ταμείο, το οποίο καλύπτει μερικώς ή ολικά τη δαπάνη θεραπείας. Ποσοστό 76,6% αναφέρει ότι κάλυψε μέρος της δαπάνης είτε το σύνολο αυτής με ιδιωτικές πληρωμές.

6. Οι ιδιωτικές πληρωμές μπορεί να ξεπεράσουν τα 2.000€ ανάλογα με τη θεραπεία.

7. Κατά μέσο όρο, τα νοικοκυριά κατέβαλλαν ίδιες πληρωμές ύψους 4.700€ σε διάστημα 10,5 μηνών, που αντιστοιχεί στο μέσο χρόνο λήψης υπηρεσιών υγείας για τη διαχείριση της πάθησης. Οι υψηλές ιδιωτικές πληρωμές για τη διαχείριση του καρκίνου του μαστού οδήγησαν το 47,3% των νοικοκυριών σε καταστροφικές δαπάνες (δαπάνη για υγεία μεγαλύτερη του 20% του οικογενειακού εισοδήματος).

8. Περίπου 10% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα αναγκάστηκαν είτε να δανειστούν είτε να εκποιήσουν περιουσιακά στοιχεία. Η επιβάρυνση της οικογένειας είναι μεγάλη: 48% πλήρωσαν είτε για βοήθεια στο σπίτι είτε για φύλαξη των παιδιών, ενώ πριν δεν χρειαζόταν. Από τις εργαζόμενες 30% σταμάτησε να δουλεύει για κάποιο χρονικό διάστημα ή πήρε άδεια άνευ αποδοχών ενώ το 11% παραιτήθηκε από τη δουλειά του. Σε ποσοστό 35% δήλωσαν ότι μέλη της οικογένειάς τους χρειάστηκε να εγκαταλείψουν προσωρινά τη δουλειά τους, και 28,5% να μετακομίσουν από τον τόπο κατοικίας τους για να βοηθήσουν.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ