ΠΟΥ: Πρόληψη της οστεοπόρωσης, όσο ο πληθυσμός ζει περισσότερο

Παγκόσμια ημέρα οστεοπόρωσης και ο Οργανισμός προτείνει νέο τέστ αξιολόγησης - Ποιές ασθένειες συνδέονται

Την άμεση σχέση μεταξύ οστεοπόρωσης και καταγμάτων με σοβαρή επίπτωση στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων, με πόνο, αναπηρία, απώλεια της ανεξαρτησίας και αδυναμία εκτέλεσης των καθημερινών εργασιών, τονίζει η φετινή εκστρατεία του Π.Ο.Υ. με αφορμή τη σημερινή παγκόσμια ημέρα οστεοπόρωσης.

Ο Π.Ο.Υ. για φέτος επισημαίνει ότι η οστεοπόρωση είναι η κρυμμένη αιτία οδυνηρών, εξασθενητικών και απειλητικών για τη ζωή καταγμάτων, ένα παγκόσμιο πρόβλημα που αυξάνεται και δεν γνωρίζει σύνορα. Διεθνώς, τα κατάγματα επηρεάζουν μία στις τρεις γυναίκες και έναν στους πέντε άντρες ηλικίας άνω των 50 ετών. Η ασθένεια γίνεται ολοένα πιο ανησυχητική, όσο ο πληθυσμός αυξάνεται και ζει περισσότερο.

Έτσι, προτρέπει τον πληθυσμό να κάνει το τεστ για έλεγχο κινδύνου οστεοπόρωσης του IOF.

Στη συνέχεια παροτρύνει όσους έχουν παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση να προχωρήσουν σε αξιολόγηση της υγείας των οστών τους και να λάβουν μέτρα πρόληψης.

Το φετινό θέμα της Παγκόσμιας Ημέρας Οστεοπόρωσης είναι «3 βήματα για την πρόληψη: Ασβέστιο, Βιταμίνη D και Άσκηση».

Ασβέστιο: Το ασβέστιο έχει καθοριστικό ρόλο στη δομή και δύναμη των οστών και των δοντιών. Ρυθμίζει πολλές λειτουργίες στον οργανισμό όπως τη μεταφορά των νευρικών μηνυμάτων, τη λειτουργία της καρδιάς, τη σύσπαση και χαλάρωση των μυών. Είναι επίσης απαραίτητο στην πήξη του αίματος και για τη λειτουργία διαφόρων ενζύμων του μεταβολισμού, την παραγωγή ορμονών και τη δράση και έκκριση ορμονών. Οι κύριες πηγές πρόσληψης ασβεστίου είναι: το γάλα, το γιαούρτι, το σουσάμι, τα τυριά (παρμεζάνα, γραβιέρα, κλπ), τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά (σπανάκι, φασολάκια, μπάμιες, μαρούλι, βρούβες, μαϊντανός), το μπρόκολο, οι αγκινάρες, το λάχανο, τα ξερά σύκα, το πορτοκάλι, το ακτινίδιο, η σόγια, οι σαρδέλες, ο σολομός, ο μπακαλιάρος, οι ξηροί καρποί (καρύδια, αμύγδαλα κλπ), τα όσπρια , οι ελιές, το αβγό, το συκώτι.
Οι ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού σε ασβέστιο: Βρέφη: 360-540 mg, Παιδιά: 1200 mg, Ενήλικες: 1000 – 1200 mg, Έγκυες/θηλάζουσες: 1400-1600 mg, Αθλητές: 1600 – 2000 mg.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν στη μείωση του ασβεστίου που είναι διαθέσιμο στον οργανισμό για τα οστά και για τις άλλες σημαντικές λειτουργίες για τις οποίες είναι απαραίτητο: το μειωμένο περιεχόμενο σε ασβέστιο των φαγητών, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και καφεΐνης, η υπερβολική κατανάλωση αλατιού, και φυσικά η έλλειψη βιταμίνης D, της βιταμίνης που βοηθά στην απορρόφηση ασβεστίου από το έντερο.

Βιταμίνη D: Είναι απαραίτητη στον οργανισμό για το μεταβολισμό του ασβεστίου, του φωσφόρου και για υγιή, δυνατά οστά. Η βιταμίνη D υπάρχει σε διάφορα φαγητά. Όμως η πρόσληψη της από τη διατροφή δεν είναι αρκετή. Για να μετατραπεί σε ενεργό μορφή χρειάζεται έκθεση του δέρματος στον ήλιο. Τα τρόφιμα που είναι πλούσια σε βιταμίνη D είναι: Λιπαρά ψάρια, αυγά, μουρουνέλαιο, ενισχυμένο σε βιταμίνες γάλα και δημητριακά. Η έκθεση στον ήλιο για 10 έως 15 λεπτά τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, προσφέρει ικανοποιητικές ποσότητες βιταμίνης D στον οργανισμό, συνυπολογίζοντας βέβαια ότι ανεπάρκεια έκθεσης στον ήλιο μπορεί να δημιουργηθεί τους χειμερινούς μήνες ή λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Άσκηση: Ο ρόλος της άσκησης στην οστεοπόρωση είναι διπλός. Η άσκηση αποτελεί πρόληψη γιατί αυξάνει την οστική μάζα μέχρι και κατά τη διάρκεια της εφηβείας (αύξηση οστών σε μήκος, κυρίως υπό την επίδραση των ορμονών του φύλου), στοχεύοντας στην απόκτηση μέγιστης οστικής πυκνότητας έως και την ηλικία των 30 ετών, τόσο σε άντρες όσο και σε γυναίκες, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερα επίπεδα οστικής πυκνότητας κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής, αλλά επιπλέον κατά την ενηλικίωση είναι και θεραπεία γιατί:
α)διατηρεί την οστική πυκνότητα στον ενήλικα,
β)μειώνει την απώλεια οστικής πυκνότητας στην εμμηνόπαυση,
γ) αργοπορεί το ρυθμό απώλειας οστικής πυκνότητας με την αύξηση της ηλικίας κατά τη μέση και γεροντική ηλικία και προφυλάσσει από τις πτώσεις.
Τα οφέλη της άσκησης της οστεοπόρωσης είναι πολλαπλά: Μειώνει την απώλεια οστικής πυκνότητας και αυξάνει τη μυϊκή δύναμη και τη μυϊκή μάζα. Επίσης διορθώνει τη στάση, αυξάνει την ευκαμψία, βελτιώνει την ικανότητα ισορροπίας, μειώνει τον κίνδυνο πτώσης, μειώνει την κόπωση και ανακουφίζει τους πόνους βελτιώνει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα και φυσικά βελτιώνει την ποιότητα της ζωής.

Καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο

Αλκοολισμός: Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ διαταράσσει την ισορροπία του ασβεστίου και αυξάνει τα επίπεδα παραθυρεοειδούς ορμόνης (PTH), γεγονός που μειώνει περαιτέρω τα αποθέματα ασβεστίου. Επίσης, το αλκοόλ εμποδίζει την παραγωγή βιταμίνης D (απαραίτητης για την απορρόφηση του ασβεστίου), ενώ η χρόνια υπερβολική κατανάλωσή του μπορεί να μειώσει τα επίπεδα οιστρογόνων και να αυξήσει τα επίπεδα κορτιζόλης, η οποία είναι γνωστό ότι μειώνει τον σχηματισμό οστού.

Νευρογενής ανορεξία: Τα άτομα με νευρογενή ανορεξία μπορεί να εμφανίσουν διατροφικές και ορμονικές διαταραχές που επηρεάζουν αρνητικά την οστική πυκνότητα. Το χαμηλό σωματικό βάρος στις γυναίκες οδηγεί σε μείωση των οιστρογόνων και σε σημαντική απώλεια οστικής πυκνότητας, ενώ επίσης αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης. Επιπλέον, η μείωση των αυξητικών παραγόντων, η ανεπάρκεια ασβεστίου και ο υποσιτισμός συμβάλλουν στην οστική απώλεια.

Αρθρίτιδα: Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με οστεοαρθρίτιδα έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν οστεοπόρωση. Αντιθέτως, τα άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα (ΡΑ) έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν οστεοπόρωση, καθώς ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της ΡΑ μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη οστεοπόρωσης.

Άσθμα: Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, γνωστά ως γλυκοκορτικοειδή, τα οποία χορηγούνται στα άτομα με άσθμα, μειώνουν την απορρόφηση ασβεστίου από την τροφή, αυξάνουν την απώλεια ασβεστίου από τους νεφρούς και μειώνουν τον σχηματισμό οστού. Επίσης, τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν την παραγωγή φυλετικών ορμονών, αυξάνοντας έτσι την οστική απώλεια. Πολλοί ασθματικοί θεωρούν λανθασμένα ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα προκαλούν κρίσεις άσθματος και τα αποφεύγουν, όπως επίσης αποφεύγουν και τη σωματική άσκηση.

Ακινησία: Η άσκηση που αναγκάζει το σώμα να κινηθεί κατά της βαρύτητας δυναμώνει τα οστά (βάδισμα, τρέξιμο, ανέβασμα σκάλας, τένις, χορός, άρση βαρών – η κολύμβηση και η ποδηλασία είναι ασκήσεις που δεν απαιτούν δράση κατά της βαρύτητας). Ενώ οι κατάλληλες ασκήσεις συμβάλλουν στην ανάπτυξη και τη διατήρηση της οστικής μάζας, η ακινησία μπορεί να οδηγήσει σε οστική απώλεια.

Καρκίνος μαστού: Η χημειοθεραπεία προκαλεί μείωση της ωοθηκικής λειτουργίας και, επομένως, μείωση των οιστρογόνων, ενώ μπορεί να έχει και άμεσες αρνητικές επιδράσεις στα οστά. Επίσης, ο ίδιος ο καρκίνος του μαστού μπορεί να διεγείρει την παραγωγή οστεοκλαστών, των κυττάρων που καταστρέφουν τα οστά.

Κοιλιοκάκη: Η κοιλιοκάκη είναι μια κληρονομική διαταραχή κατά την οποία ο οργανισμός εμφανίζει δυσανεξία στη γλουτένη. Όταν τα άτομα με κοιλιοκάκη καταναλώσουν τροφές που περιέχουν γλουτένη, το ανοσοποιητικό τους σύστημα επιτίθεται και καταστρέφει το επιθήλιο του λεπτού εντέρου, με αποτέλεσμα το λεπτό έντερο να μην μπορεί να απορροφήσει θρεπτικά στοιχεία, όπως το ασβέστιο.

Διαβήτης: Ο διαβήτης τύπου 1 (ΔΤ1) σχετίζεται με χαμηλή οστική πυκνότητα, αν και οι ερευνητές δεν γνωρίζουν το ακριβές αίτιο. Η σχέση αυτή μπορεί να οφείλεται στην ανεπάρκεια ινσουλίνης (η ινσουλίνη προάγει την αύξηση και την ισχύ των οστών), στις κυτοκίνες (ουσίες που παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη τόσο του ΔΤ1 όσο και της οστεοπόρωσης), στο γεγονός ότι πολλά άτομα με ΔΤ1 πάσχουν επίσης από κοιλιοκάκη ή στην καθιστική ζωή που ακολουθούν πολλά άτομα με διαβήτη.

Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου: Τα άτομα με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου συχνά λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή, τα οποία μακροχρόνια μειώνουν την ανάπτυξη και διατήρηση υγιών οστών. Επίσης, τα άτομα με βαριά νόσο ή αυτά που έχουν υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση τμημάτων του λεπτού εντέρου μπορεί να έχουν δυσκολία στην απορρόφηση του ασβεστίου και της βιταμίνης D.

Δυσανεξία στη λακτόζη: Οι μελέτες σχετικά με τις συνέπειες που έχει η δυσανεξία στη λακτόζη στην πρόσληψη ασβεστίου έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα. Πάντως, τα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα ώστε να λαμβάνουν αρκετό ασβέστιο και να ακολουθούν τις βασικές στρατηγικές για την οικοδόμηση και τη διατήρηση υγιών οστών.

Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE): Τα άτομα με SLE έχουν αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση, κυρίως λόγω των γλυκοκορτικοειδών που λαμβάνουν, καθώς και λόγω της ακινησίας στην οποία οδηγούνται εξαιτίας του πόνου και της κόπωσης που προκαλεί η νόσος. Η οστική απώλεια μπορεί να είναι και άμεσο αποτέλεσμα του λύκου, ενώ 90% των ατόμων που πάσχουν από λύκο είναι γυναίκες, μια ομάδα με ήδη αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης.

Ατελής οστεογένεση (osteogenesis imperfecta, ΟΙ): Η OI είναι μια γενετική διαταραχή που μειώνει την ικανότητα του οργανισμού να παράγει κολλαγόνο και χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ευθραυστότητα των οστών. Σχεδόν όλα τα άτομα με ΟΙ έχουν οστεοπόρωση, διότι δεν αναπτύσσουν κατάλληλη οστική μάζα σε καμία ηλικία. Η οστική απώλεια μπορεί να εμφανιστεί σε νεαρότερη ηλικία από ό,τι στον γενικό πληθυσμό, ενώ η αύξηση της ηλικίας αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο κατάγματος.

Κάπνισμα: Δεν είναι εύκολο να καθοριστεί αν η σχέση μεταξύ καπνίσματος και μειωμένης οστικής πυκνότητας οφείλεται στο ίδιο το κάπνισμα ή σε άλλους παράγοντες κινδύνου που είναι κοινοί στους καπνιστές. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις οι καπνιστές είναι πιο αδύνατοι, τείνουν να πίνουν περισσότερο αλκοόλ, ασκούνται λιγότερο και δεν ακολουθούν υγιεινή διατροφή. Οι γυναίκες που καπνίζουν τείνουν να έχουν εμμηνόπαυση νωρίτερα.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ